Sunday, December 16, 2018

Στο μεταίχμιο.

Είναι περίεργο να φτάνεις τα τριάντα, να τα περνάς σα σίφουνας και να θυμάσαι ακόμα το χρώμα από το παιδικό δωμάτιό σου όπου έμενες όταν ήσουνα μωρό.
Τι νέα; Πως είστε; Καιρό έχω να γράψω κάτι εδώ.
Ή μάλλον ψεύδομαι. Γράφω και δεν ανεβάζω.
Στο τραίνο προς μια άλλη χώρα, πέρα-δώθε, πέρα-δώθε.
Είχα πει -ποτέ ξανά.
Κι όμως, ξανά στα ξένα.
Κατάπια κουβέντες και κράτησα πορεία.
Η μετάνοια της μετάνοιας.
Ω μετάνοια;

Τα λάθη σα φαντάσματα ξεπροβάλλουν από το χιονισμένο τοπίο.
Ο αγενής, θορυβώδης και δύσοσμος συνεπιβάτης κοιμήθηκε επιτέλους. Τα δυο ζευγάρια γυαλιά του αφημένα στο τραπέζι, το κινητό του επιτέλους ανέγγιχτο. Φτάνουμε Στρασβούργο.

Ο δρόμος για το Gottingen καλά κρατεί.
Αναρωτιέσαι για όλες τις φορές που υπέπεσες σε πράξεις που μοχθείς.
Απάτησες. Τον εαυτό σου; Τους άλλους;
Πόσες να ήτανε οι φορές;

Πολλές.

Πως να δικαιολογήσεις τς υψηλές σου απαιτήσεις;

Σαν τον ήρωα του One Punch Man  έχεις φτάσει το απόγειο της δύναμής σου, τη θεωρητική πληρότητα, και όμως όσο γεμίζεις τόσο πιο άδειος νιώθεις.

Διακόσια πράγματα αφημένα μισά.

Παιδί μιας μεσαίας τάξης, γιατί πίστεψες ότι υπάρχει η μεσαία τάξη;

Το χιόνι έξω απάνθρωπα λευκό, κρύο και υγρό.
Υψηλό αλμπέντο, και αργό πότισμα, ελπίδα φρούδα για ένα κλήμα φυσιολογικό.

Δε κοιμάμαι τα βράδια, αγναντεύοντας τον θάνατο.
Δεν είμαι καλά, αλλά είμαι εδώ.

Wednesday, January 20, 2016

Rambling Realizations.

I keep realizing, again and again.
That we will die. This stresses me on many levels.
The conscience is but a tool of the body, and the body is but a tool to the genes of a sexual species.
Passing on your genes can be a path to immortality of the genes, but your conscience dies daily.
A work of art could perhaps outlive your offspring.
But entropy rules us all, and our offspring will die way before the universe does.
What is the point of art then, of sex, of sadness or merriment?

I keep realizing, again and again.
That Gaussians exist because the laws of physics pull us all to the same places but we cannot occupy the same space time simultaneously.
That I am but a cell of a society, which is a macro organism, that has created its institutions, like banks, governments and customs which are its tools.
An amount of perplexing complexity.

I want to rebel in this world, to make it fair.
I want to rebel in technology, to find a way to preserve my conscience.
I want to rebel in art, to make my mortality bearable.

http://49.media.tumblr.com/14032dafe1b26335aca2cbee08c39695/tumblr_o0lx02VDnM1slwrsuo1_400.gif

Friday, October 09, 2015

Sweet release.

I long for the sweet release of endorphins in my blood stream.
A reward from my genetics to the sentinence module of the body.
Armlocked, the testes and brain stand.

A consciousness stream, lost in time, in stress and existentialism.
My words are useless thoughts recorded on a machine that would make generations of humans weep; weep, if even for a moment they chanced an access to it.
It gives me luxuries, and endorphins.
A false sense of worth, of importance.

Hysterophimia, fame after you are dead.
An ancient greek ideal at the grasp of our fingertips.
Our words etched with magnets and lasers on rotating discs,
copied over and over, queried by other readers.

When shall it all fade to blackness?
When you die, do you panic?
Can you get tired from living, tired enough that letting go is easy?

Paths unfold like flowers and all I can see is a future of wilting petals, of worms swimming in the stagnant water of a vase in which the stems are slowly decomposing.

Do we pluck our dreams to decorate our imaginariums instead of letting them take root?
I long to pierce the illusion, comprehend the magician's trick, yet an abyss is awaiting behind the smokes and mirrors and distractions of day to day life.

I sporadically claw at life, trying to grip it, to thrust and engrave myself into moments of time.
Pointlessly.
Life moves and you end up breaking your nails, your finger-bones and tendons, holding on to memories of a human that you no longer are.

Continuity is fake, and memory is false, but still I anguish.
In a bad movie from my past a scene forms.

Samuraï versus Ninja,
In a train they fight.
The Samuraï wins by disarming the ninja.
Offers her to chose her death, suggesting a clean decapitation.
"Kill me for as long as possible, as painfully as you can. For every painful breath will be a moment more where my body reminds me I am alive".

Yet would I not prefer life to flee me without my consciousness?
My death is a given that stresses me beyond reckoning.

Monday, May 18, 2015

Χόρτος (Μέρος πρώτο)

Θέλω να σου δείξω κάτι. Περίμενε. Πρέπει πρώτα να το θυμηθώ καλά.

Καλοκαίρι. Μεσημέρι. Ο αέρας τόσο ανύπαρκτος που η ανάσα, το βουητό των εντόμων, η σταγόνα ιδρώτα που κυλάει στη πλάτη σου πριν σμίξει με το μαγιό, κινήσεις ελάχιστες μοιάζουν απομονωμένες και ξέχωρες. Ίσως απλά να το έζησα έτσι.

Ο δρόμος που πάει από το χωριό στο μπαρ ανηφορίζει για λίγο. Περπατάς και η άσφαλτος ζεματάει. Αρκετά για να νιώθεις τις πλαστικές σόλες απ΄τις παντόφλες σου να μαλακώνουν και θέλουν να κολλήσουν στη πίσσα. Πιο πέρα ξέρεις ότι θα στρίψετε αριστερά, θα πάψει η άσφαλτος. Το χώμα θα καίει λίγο λιγότερο.

Οι ελιές, σαν να βγήκαν από άσπρες, ξεθωριασμένες φωτογραφίες, στέκονται ακίνητες από τις δυό πλευρές του μονοπατιού. Από τον κορμό μιας ακούγεται βραχνιασμένη και  μουσική. Σαν προσπεράσετε το δέντρο βλέπεις το ηχείο, κρυμμένο σε μια κουφάλα της ελιάς. Περπατάς ανάμεσα στις αδύναμες σκιές και στις εκρηκτικές πιτσιλιές φωτός.

Η πετσέτα είναι τραχιά στη πλάτη σου. Ακολουθείς ή ηγείσαι το τσούρμο έφηβων προς την Κασαμπλάνκα - το μπαρ, το στέκι σας κοντά στη παραλία. Το ηχείο στην ελιά είναι του μπαρ. Όσο πλησιάζετε τόσο ξεβραχνιάζουν τα ηχεία. Ένας τραγουδιστής αναζητάει στα εγγλέζικα μια κοπέλα με πλυντήριο. Σου φαίνεται ποιητικότατο. Κι εσύ αναζητάς κοπέλα.

Στο τσούρμο είσαι τσιμπημένος με όλες και καμία. Αλλά κάνει τόση ζέστη που δεν έχει νόημα να σκέφτεσαι. Φτάνετε στο μπαρ. Ο κοινός εορτασμός του θριάμβου σας εξατμίζεται σαν το νερό που έχει ποτίσει η ιδιοκτήτρια στο πετροσπαρμένο τσιμέντο της αυλής. Παραδίνεστε στη ζέστη.

Η ιδιοκτήτρια είναι ξένη. Γαλλίδα. Πως βρέθηκε σε αυτό το ελληνικό χωριό, να έχει ένα μπαρ στολισμένο σαν να βγήκε από την επώνυμη ταινία, δε ξέρεις ή ίσως ξέρεις και εγώ πια δε θυμάμαι. Όλα αυτά γίναν κάποτε, εξάλλου.

Οι άλλοι παραγγέλνουν χυμούς και καφέδες. Μερικές τολμάνε το παγωτό. Αφήνεις την πετσέτα, κατεβαίνεις μέχρι την παραλία.

Άλλες χρονιές ήσασταν στην προκυμαία τα μεσημέρια. 

Αλλά ήσασταν παιδιά τότε. Ή ίσως εσύ ήσουν παιδί. Η αποβάθρα ήταν χτισμένη σε πυλώνες και ένα κομμάτι της ήταν περίεργα χτισμένο: από τη στεριά φαινόταν συμπαγής. Με μια βουτιά όμως περνούσες από κάτω και βρισκόσουν μέσα σε μια τεχνητή σπηλιά όπου είδες την Άρτεμις να φιλάει κάποιον που θα έφευγε την επόμενη μέρα. Ήσασταν παιδιά. Ή μάλλον ήσουν, περνώντας τις μέρες σου διαβάζοντας Dune του Frank Herbert, βουτώντας από την αποβάθρα, μετρώντας τα όνειρα και τις μέρες μέχρι να φιληθείς και εσύ.

Η χρονιά πέρασε σαν όνειρο αλλά χωρίς φιλιά και βρέθηκες στην παραλία.

Τα βότσαλα υπομένουν βαριεστημένα το ήλιο. Μερικοί παραθεριστές κάθονται κάτω από την ομπρέλα τους ή κάτω από τα λίγα παραθαλάσσια δέντρα. Οι παντόφλες που πριν κολλούσαν στην άσφαλτο τώρα αρνούνται πεισματικά να σταθούν εκεί που θες. Η φτέρνα σου ακουμπάει τις τσουχτερές αμβλείες πέτρες και σαν τρομοκρατημένος πίθηκος παρατάς τα πάντα, εκτινάσσεσαι, προτρέχεις και πέφτεις ηχηρά και άκομψα στο νερό.

Η πρώτη σου αίσθηση δεν είναι αυτή του κρύου αλλά της πίεσης, της σύσσωμης αγκαλιάς με το υγρό στοιχείο. Κλάσματα δευτερολέπτου και εκφωνείς, καθώς to σώμα σου αντιδράει στην απότομη αλλαγή θερμοκρασίας.

Η όλη σου ηχηρή παρεμβολή διαρκεί δευτερόλεπτα και για λίγο τα έντομα σιωπούν. Κολυμπάς μέχρι το πλοίο που είναι δεμένο στα ανοιχτά. Πιάνεσαι από την άκρη του και κρέμεσαι στην ελαφριά σκιά που σου προσφέρει.


Tuesday, May 12, 2015

The Ugly side

The façade, so solid, of my persona cracks. Is that a slight blemish? Is that a smudge?

How horrid you feel, how wretched and even worse unsurprised.

You have been rotting your brain away, aimlessly playing, aimlessly perusing things to escape, to flee.

You have been sitting in darkness, getting used to it, easing your way into the dimness, familiarizing your eyes to the shadows, acquiring a taste for silence.

And when, suddenly the spotlight shines upon the other, your friend, when he succeeds your eyes tear up.

You are not a good friend. Yes happiness for them, a fleeting thing.

But then you recall that it could be YOU. A potential version of you that did not loose hope, interest and motivation. That did not choose to live in compromise.

A version that was spotaneous.

What are your days made of? Nothing. Darkness perhaps.
And the light shines, and the friend basks in it, and radiates.
And all you can do is turn your head around, your darkness-accustomed eyes half-blinded by their glow and face the grit, the mould, the fester and the rot that line every corner of your persona.

You end up writing a post about it like a fucking teenager, then realise you are criticising teenagers and who you once were and then an elephant explodes in your ear-hole and the world is purple.

In conclusion:
Sometimes you feel like shit because others don't.
You are an egocentric apathetic person and a disgrace by own standards.

They then all went on to live a life and die.

Friday, September 05, 2014

Vendetta



1.png


Sparta, Peloponnese, Greece

11th of July 2006

Only days. It has only been four days since I last saw their smile. I know they are behind this. Our family ravaged, gone.

The Venetians held the Mani peninsula for centuries, this arid dry land.
My grandfather used to say: the only thing that grows here, is stones. They held this land just to prevent our ancestors from pirating their ships. And today Italians think they brough us the notion of Vendetta. Heh. As though we needed them to teach us to kill each other in a land so devoid of everything that removing a person meant one less mouth to feed. I caress my grandkid’s hair. He is the last Liakogkonas apart from me. He is named like me. Lefteris Liakogkonas. Like my grandfather before me, too. The vendetta with the Christeas family has run since before his time, but I do not know if the names of my kin were the same back then.

A vendetta is not something you casually walk into. Rather, you are born into it. Your parents are farmers wetting the land with their sweat day in, day out. You hear tales of cousins and grandparents dead by the filthy Christeas family. Then, one day, your father does not come home, and you learn that on that day, the Christeas family chose to make your father wet the land with his own blood.

Friday, July 18, 2014

Η βασταχτή ελαφρόπετρα του είναι.

Οι πρώτες λέξεις που ξεπηδάνε από το πληκτρολόγιο στην οθόνη μου τείνουν να είναι οι ίδιες.
Επιθυμώ να αρχίσω το κείμενό μου με κάτι βαρύγδουπο και εντυπωσιακό.

Οι μέρες που περάσανε φεύγουν σαν φύλα στο ποτάμι της ανάμνησης.

Ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Κάτι που να ακούγεται βαρύγδουπο αλλά να μην είναι παρά, όπως η λέξη βαρύγδουπο, ένας βαρύς γδούπος, μια ονοματοποιία.

Και τι είδους φύλα είναι αυτά που φεύγουν στο ποτάμι, τέλος πάντων; Συκής; Σικέ;

Ενδώτερα της χώρας της φαφλατολογίας βρίσκεται μια έρημος χαμένων σκέψεων και ποιητικών αλληγοριών.

Βράχοι άχριστης γνώσης τοποθετημένοι τυχαία στην άμμο, δεν είναι παρά κόκκοι που δε διαλείθηκαν ακόμα. Πηδώ από τον ένα στον άλλο.

Κάθε άλμα βυθίζει την πέτρα στην άμμο, με πάει πιο μακρυά, πιστεύω, αλλά ξανά και ξανά πέφτω σε αναμνήσεις και αναμασημένες ιδέες. Ελαφρόπετρες που αρνούνται πεισματικά να βυθιστούν.

Τα άλματά μας περιορισμένα από το σώμα μας, από τις αισθήσεις μας. Κάθε στιγμή ξοδεύουμε ενέργεια για να δεχτούμε πληροφορίες. Οπτικές, ηχητικές,αφής και βαρύτητας, αισθητήρια όργανα διεσπαρμένα στο δέρμα και το σώμα μας. Απέραντη πληροφορία που συνθλήβουμε σε κόκους άμμου, κρατόντας μόνο μερικές ελαφρόπτρες που αρνούνται πεισματικά να βυθιστούνε.

Κάθε στιγμή τα κύτταρά μας, σκλάβοι του εγκεφάλου, δουλεύουν ακατάπαυστα για να μειώσουν την πληροφορία σε ένα σταθερό επίπεδο.

Και αυτό το επίπεδο πληροφορίας ανά δευτερόλεπτο είναι που μας δείνει την αίσθηση του δευτερόλεπτου. Παραπάνω πληροφορία ανά δευτερόλεπτο και ο κόσμος μας φαίνεται να κυλάει πιο αργά. Λιγότερη και ο χρόνος παγώνει.

Και σε όλα αυτά νόημα κανένα.

Wednesday, June 11, 2014

Αστοχία

Κάπου, μέσα σε όλα αυτά αστοχήσαμε. Χωρίς καν να γνωρίζουμε τον στόχο μας, αστοχήσαμε. Ήταν κάπου ανάμεσα στ΄αστέρια, στις παρυφές των ονείρων μάλλον. Ή ίσως με άλλη.

Καιρό είχα να νιώσω τόσο άδειος. Μήνες πάνε που το ιστολόγιο μένει χωρίς λέξεις.

Ακούω "το τραίνο φεύγει στις οχτώ" και άλλα ευχάριστα τραγούδια.

Μου είπες, όταν σε γνώρισα ήσουν ευάλωτος, γι΄αυτό είσαι μαζί μου. Έτσι μου φαίνεται και εμένα, σιγά σιγά. Σκιά μιας γυναίκας ανύπαρκτης και εσύ; Δε ξέρω. Ίσως.

Το τραίνο φεύγει στις οκτώ, ταξίδι για την Κατερίνη.

Με τον πατέρα μου τσακώθηκα, πάλι. Είμαι ευέξαπτος, και απορρίπτω τα ήθη και τα έθιμα, και την ταυτότητά μου την ίδια. "Θα αρνηθώ την ελληνική ιθαγένειά μου!" Σαν δεκαπεντάχρονο αντιδράω ακόμα. Τι δεκαπεντάχρονο, πεντάχρονο και πολλά λέω.

Την εποχή που μεγαλόφωνα δήλωνα: je vais pleurer dans ma chandre. και προκαλούσα το γέλιο των δικών μου.

Αστοχία. Για που πήγαινα; Πήγαινα αλήθεια για το Παρίσι; Για την πόλη του φωτός;
Διδακτορικό, μεταδιδακτορικό, συγκατοίκηση, μαλακίες.

Δεν έχω καν στόχο. Αστοχία μεγέθους εχούσης.

Monday, February 17, 2014

Μέρες του 14

Ένα όνομα γυρνάει ξανά και ξανά μες το νου μου, φάντασμα μιας παλιά θύμησης ξεθωριασμένης.
Το όνομα, ξανά και ξανά κι ας μη σημαίνει πλέον τίποτα.

Τις νύχτες κοιμάμαι με συντροφιά. Ένα χρόνο τώρα, όταν ο ύπνος με παρατάει -σπάνιο φαινόμενο πλέον- βρίσκομαι μέσα σε ένα σώμα το οποίο, εικάζω, πρέπει να είναι το δικό μου. Δίπλα στο σώμα μου κοιμάται, τυλιγμένη εν μέρη, ξεσκέπαστη εν μέρη, η Σαμπρίνα.

Την αποζητώ, την αγκαλιάζω και ξανακοιμάμαι. Το σώμα μου της πιέζει τα πνευμόνια και με μεταθέτει, μια σπρωξιά, μια στροφή της λεκάνης της, προς τη δική μου πλευρά. Θα ξαναξυπνίσω και θα επαναλάβουμε την όλη χορογραφία.

Οι μέρες κυλάνε. Στην δική μου Οδύσσεια δεν είμαι καν Οδυσσέας.
Λωτοί οι σύνδεσμοι στο διαδίκτυο και οι αναμνήσεις. Τους μασάω και χάνομαι.
Πηδάω στον χρόνο.

Θυμάμαι το κρεβάτι μου, στην Αθήνα, στο δωμάτιο όπου πέρασα τις περισσότερες ώρες της ζωής μου μέχρι τώρα. Ακουμπούσα στον τοίχο την πλάτη μου.
Τον χειμώνα το πάπλωμα με μόνωνε από το κρύο ντουβάρι. Το καλοκαίρι, με τον ιδρώτα να κυλάει από τους πόρους μου, για λίγο ο τοίχος με δρόσιζε. Αν ήμουν τυχερός προλάβαινα να αποκοιμηθώ.
Μα πάνω απ'όλα ο τοίχος έδινε μια ψευδαίσθηση ασφάλειας, αγκαλιάς ίσως.

Σε εκείνο το κρεβάτι, στο οποίο άφηνα μικρός, στο πίσω μέρος του προσκεφάλιου, τα κακάδια από την μύτη μου, και αργότερα το έφηβο σπέρμα της πρωινής και της βραδινής μαλακίας. Σε εκείνο το κρεβάτι όπου διάβαζα κάθε βράδυ με τις ώρες, απορροφημένος σε κόσμους από χαρτί και μελάνι, μάθαινα, λανθασμένα, ότι ο κόσμος διέπεται πρώτα απ'όλα από κανόνες αφηγηματικούς. Ότι υπάρχουν ήρωες και πεπρωμένα.

Σε εκείνο το κρεβάτι όπου μια βραδιά πριν κοιμηθώ σκέφτηκα ότι θα πέσω για ύπνο κάποια στιγμή και θα είμαι πιο ηλικιωμένος. Και αυτό θα συμβεί ξανά και ξανά, αυτή η σκέψη, και αυτός ο φόβος. Ανάμεσα σε δύο φορές που θα έχω αυτήν την σκέψη, θα έχουν περάσει μήνες, χρόνια, χαρές και λύπες και τίποτα απ'όλα αυτά δε θα έχει αποτρέψει την σκέψη μου από το να γυρνάει στην ιδέα αυτή: λίγο πριν κοιμηθώ, σε λίγα χρόνια, θα σκεφτώ τα ίδια πράγματα, θα αναρωτηθώ για τον θάνατο, ενώ σταδιακά το σώμα μου θα με αφήνει.

Οι άνθρωποι που ζούνε βαθιά αλλά και ικανοποιητικά γεράματα είναι αυτοί που εξερευνούν τα πάθη τους όλη τους την ζωή. Δε χάνουν την ώθηση να μάθουν νέα πράγματα, όχι από φόβο ενός εγκέφαλου που αποσυντίθεται αλλά απλά επειδή τους αρέσει.

Η μπαλάφρα παραμένει στο μέρος της καρδιάς, πολυπλέκει τον έρωτα.
Βρίσκομαι μια χρονιά τώρα αντιμέτωπος με το ιδεατό μου και την ευθύνη του ενήλικα.
Ο τελευταίος χρόνος μοιάζει με παύση, χωρίς αυτή να είναι πραγματική διακοπή.
Η ψυχανάλυση τελείωσε, έμεινα άνεργος, ξαναβρήκα δουλειά.
Οφείλω να επενδύσω δυνάμεις και χρόνο και παρουσία, σε τέλη, υποχρεώσεις και εργασία αν θέλω να συνεχίσω να έχω μια "καλή" ζωή.
Αρχίζω και κινούμαι απλά για να κινηθώ. Τα πάντα είναι μουδιασμένα. Προς τα που; Δε ξέρω.
Θέλω να θέλω να μάθω νέα γλώσσα.
Θέλω να θέλω να μάθω νέα επιστήμη.
Είμαι ερωτευμένος με την ιδέα του να είμαι ερωτευμένος.

Θα έπρεπε να καταφέρω να δω την ζωή μου με κάποια απόσταση και να αποφασίσω, μα ζω εντός και επί τ'αυτά.

Ο μετέφηβος μέσα μου μουρμουρίζει ξανά το όνομα.
Ο έφηβος αυνανίζεται.
Το παιδί κάνει αγκαλιές και αγάπες.

Και εγώ, όλα αυτά τα άτομα, λίγο πριν κοιμηθώ συλλογίζομαι ότι θα ξυπνήσω μια μέρα και πριν κοιμηθώ, θα είμαι κατίντα χρονών, θα θυμηθώ το συλλογισμό μου αυτό, και θα χαχανίσω. Σιγά, γιατί αλλιώς θα με πονέσουν τα αρθριτικά μου.

Wednesday, October 02, 2013

Monday, September 16, 2013

Dead horses don't talk.

Dead horses don't talk, however much you beat them.
They take you downtown for a stroll, risen by necromantic powers.
Their eyes do rot, and liquefy and hang loosely from their sockets.
Their flanks are bared down to the bone and dogs jump up to tear them.
The flesh that hangs there limply is cold, yet they just keep on strolling.


Dead horses do not talk.

Around and round they do take you for a stroll, dead horses from their slumber risen.
Flailed to death they toil away, carrying memories; trinkets.

The horses pass through our deserted streets, not talking, not making a sound.
Who knows why and whither.

Dead horses do not talk, they walk away and wither.

Wednesday, August 07, 2013

More.

When I angst and cry and rage against the time that goes by,
people call me crazy, and take my lament for ungratefulness.

When I paint a verbal portrait of the world through the colors of nostalgia,
I am kindly, or harshly, reminded by all to stay in the present.
The same goes for my dreams and anxiousness for things to come.

But is there a greater sign of loving life?
I rage because I want more.
I angst because I want more.
I am nostalgic because I enjoyed living it.
I am projecting in the future because I want to live more.

I am unsatisfied, unfulfilled but not ungrateful.
I just want more because I enjoy it.
Every single laugh, every single breath, every single tear.
And the thought that I might progressively enjoy them less, that I am going to be less grateful for every moment, and that at some point there will be no more moments both stresses me and increases the value of the moments lived and the moments yet to be lived.

So I say, do not judge me harshly. I complain, I rage, I angst and elevate, all out of love.

Wednesday, June 19, 2013

The random fish.

There once was a fish, stranded on land, dying.
A cat went by, thinking to release the fish from its misery, and fill up her stomach with food;
A little boy went by, and stopped the cat from eating the fish, scarring it.
The fish was still dying, so the boy went away to search for his mother.

A little girl stumbled upon the fish.
"Oh you little creature, how did you end up in this land?"
The fish stood there gasping, its gills unable to process the oxygen out of the air.
Being brave, she took the fish in her arms and dropped it into a pond.

The fish stood there in the water, motionless at first, enjoying its freshness, then stating moving happily.
The boy and the mother came and saw the girl and were happy for the saved fish.
The cat caught a mouse and was also happy.
The mouse was happy because it had terminal cancer and wanted to end his life as soon as possible.

The only sad person in this story is me, for I now wonder how the fuck this fish came to be stranded on land and why it forced me to write this story.

Thursday, June 13, 2013

Ναι, Ριτ.

Χαχαχαχαχαχαχα...

Για δείτε εδώ: http://www.nerit.gr/

EDIT:

Για μερικές μέρες στο site αυτό εξέπεμπε η παλιά καλή ΕΡΤ!

Wednesday, June 12, 2013

Ελληνική Ραδιοτηλεώραση.

Πάει το ουράνιο τόξο. Περίεργη η πρώτη αντίδραση του εγκέφαλού μου. Στεναχωριέμαι για μια παιδική εκπομπή που δεν έβλεπα ποτέ...



Σαν όνειρο μου φαίνεται. Μια περίεργη πραγματικότητα που απέχει από την Ελλάδα που ήξερα.
Πέντε χρόνια λείπω. Δεν γνωρίζω τα δημοφιλή τραγούδια, δε γνωρίζω τους πολιτικούς, δε γνωρίζω τις νέες εκφράσεις.

Έχω μείνει πριν τη κρίση. Κάθε φορά που μιλάω με φίλους και γνωστούς μου φαίνονται λόγια ασυνάρτητα σχεδόν. Πέρασε η αγανάκτηση των αγανακτισμένων, εγκαταστάθηκαν τα χρυσά αυγά σε κάθε γειτονιά, με γραφεία κόμματος (που τα βρήκαν τα λεφτά; ποιος τους πληρώνει και τους παρακινεί; τι συμφέρον έχει; γιατί άμα δε γουστάρουν τους μετανάστες δε τους πληρώνουν εισιτήρια για να φύγουν αντί να ανοίγουν γραφεία αριστερά δεξιά; Οι περισσότεροι νόμιμοι μετανάστες άλλο πράγμα δε θέλουν! Λεφτά τους λείπουν για να φύγουν. Καλά, μην απαντήσετε δεν έχει νόημα, παρεκτρέπομαι.) Περάσανε ένα σκασμό μέτρα άνευ νοήματος. Πανικόβλητη κυβέρνηση, με άτομα που ακόμα δεν έχουν καταλάβει πως το προηγούμενο παιχνίδι που παίζανε, την εποχή με τις παχιές δανεικές αγελάδες δε βαστάει ο τόπος να το συνεχίσουν, ή που το έχουν καταλάβει και αδιαφορούν πλήρως. Ας αρπάξουμε όσο προλαβαίνουμε ακόμα.

Και μέσα σε όλα αυτά, τι μένει;
Πραγματικά τίποτα. Τα ακούει ο κόσμος από τη τηλεόραση με μια τρομακτική μουσική υπόκρουση για να ξέρει και ο πιο ηλίθιος ότι τα νέα είναι δυσάρεστα, τα ξανακούει ξανά και ξανά. Δεν υπάρχει ελπίδα, δεχτείτε τα νέα μέτρα και τα συναφή.

Και τώρα κλείνουν την ΕΡΤ. Σίγουρα η ΕΡΤ δεν ήταν προσοδοφόρα επιχείρηση τη ώρα που έκλεισε. Αλλά όταν κλείνεις την κρατική τηλεόραση, έτσι, με το καλησπέρα σας,

κάτι ήθελα να γράψω. Κάπου ήθελα να καταληξω. Αλλά δυστυχώς δεν υπάρχει κάποιο συμπέρασμα που θέλω να βγάλω. Η κατάσταση είναι οικτρή, αλλά το κράτος είναι εργαλείο του έθνους και όχι το αντίθετο. Όταν ένα εργαλείο χαλάει είτε το επισκευάζεις, είτε, όταν δε παίρνει άλλες επισκευές, το αλλάζεις.

Τα κτήρια είναι εκεί. Κατάληψη από τους εργαζόμενους, χρήση ως έχει και βλέπουμε. Αυτό θα ήθελα. Άμα η αστυνομία πάει κόντρα θα είναι ένα νέο πολυτεχνείο. "Εδώ ΕΡΤ εδώ ΕΡΤ ο σταθμός που εκπέμπει για τους πολίτες, τα τανκς μπουκάρουν από στιγμή σε στιγμή στο προαύλιο."

Καλό μας κουράγιο.


Thursday, May 30, 2013

Όταν κι εάν.

Όταν δε μένει τίποτα μα τίποτα πλέον το δικό μας,
Και χαμένοι περιδιαβαίνουμε σε πόλεις μακρινές,

Οι αναμνήσεις, απόφλουδα, 
                                     θ' αποσυντήθονται στο στον ήλιο.
Ως να χαθεί η θύμηση της θρέψης,
               ως να βρεθούμε άξαφνα ν' ανοίκουμε σε άλλους.

Τότε, ρημαγμένοι έως το είναι μας, θα είναι πλέον αργά,
                                να ζήσουμε το τέλος της Οδύσσειας.

Τότε, ξεχασμένοι από όλους και από εμάς,
Τότε, φρούδες ελπίδες η τροφή μας και λήθη,
Τότε, μια καινή επανάσταση στο κενό.

Thursday, March 21, 2013

The steam-sprung revolution: Introduction.

An average human being generally does not change the course of humanity. An average human's mark on history, our very own mark on history, fades away within a few generations.

However there are some brilliant people whose pioneering ideas become integral to the furtherment of  human society. Sir Isaac Newton, Albert Einstein, Leonardo da Vinci are examples of such visionaries.

nanos gigantum humeris insidentes
Orion carrying his servant.

And an even bigger number of such visionaries have lived in ancient times, and their ideas still echo and influence us today. Aristotle, amongst other things thought, for example, of classifying senses in five groups, and although we know of senses escaping this classification, we still defer to his teachings.

Of these Giants, Heron of Alexandria, while of lesser fame, is the one that could have changed human history the most. He is considered the greatest experimenter of antiquity and his work is representative of the Hellenistic scientific tradition. His inventions include hydraulic pressure doors, the first vending machines of the world and the first wind-operated jukebox. He dabbled in many fields, from optics, to mathematics, to something akin to robotics. However his most important invention was the Aeolipile.


It was the first steam engine, more than a thousand years before our industrial revolution. His invention remained as an exhibit in a temple, its power never truly harnessed.

It took humanity over a millennium to reproduce Heron's technological advances.

This leads us to wonder: what if in a reality similar to ours, a scientist, a genius equivalent to Heron, thought of connecting his Aeolipile with a wheel, and went on to create the first trains, cars and factories. He, like Heron, would have had the skills in robotics to fully industrialize the ancient world.

Welcome to the world of Steam-sprung, set in a world where the industrial revolution happened at 100 A.D.

Thursday, February 21, 2013

Post-doctoral cramps

This must be what marathon winners must feel like.
You run and you run and you run some more. Things stop making sense, yet you persevere, knowing you will reach the end. You ignore the pain, you ignore the losses, you ignore your body.
For, somewhere beyond the horizon, somewhere beyond the pain, is a terminus, an end, a reception.

Your friends will be there, there will be food and joy and fun.
Your family will be there, to mark your achievement.

You will cross the barrier. A barrier that awaits those who thought they might one day try it, who believe that if they want they can do it, no problem. You feel pride, and you are being arrogant. Yet these thoughts are in the background, getting drown and lost in the moments of pain and work that remain.

And suddenly, when it has been hours and days and eternities since you thought "feh, I will never make it", yet you still carry on, the finish line is there at the horizon. Not behind it anymore, but at the horizon. You can see it.

You run, you stumble and gather the remaining forces you do not really have, to finish in beauty.
Last hurdle.
The last of the last hurdles.

You get there, and you are greeted by the people that you thought were just watching you run.

You realize they were not leisurely watching you, but actually they were running their own marathons. But still.

The elation is there. It is an ending. You celebrate. Your body is full of endorphins to dull the pain. So you celebrate.

And the next day, the pain starts.
And worse than the pain, the realization.

There is no more finish line beyond the horizon. You are free.
There is no more finish line anywhere. You are lost.

Your body knows only how to run. So you keep running blindly towards goals that people haphazardly suggest.

Time to find a new finish line and a new one after that and so on and so forth...

Yet even as you think these thoughts that spring from your ever forwards-propelling momentum;
even as you try to keep the meaninglessness of it all at bay by trying to find a new activity to obfuscate your worries;
even then, your mind wanders and wonders and dances with craziness:

Risking and losing yourself in love, in a simpler life, in a different path or sport or occupation, in different values and dreams.

But the end of the running period is always linked to those dreams.
The running soon resumes and propels you back to the land of the waking.
I am still unsure whether to be grateful or not for this.

Tuesday, December 04, 2012

Ελεφαντάκια

Κάποια μέρα βρέθηκαν στην κατοχή μου δυο ελεφαντάκια πήλινα. Ήταν όμορφα: ζωγραφισμένα με απλότητα, ένα πιστό ζευγάρι βιβλιοστάτες. Αρέσανε και στην τότε κοπέλα μου.

Μένανε στη βιβλιοθήκη κρατώντας τα βιβλία μου. Και πέρασε ο καιρός.

Με δεχθήκανε για σπουδές στο εξωτερικό. Ένας χρόνος.
Της έδωσα το ένα ελεφαντάκι, και πήρα το άλλο μαζί μου.
Η σχέση μας θα ήταν σαν αυτά τα ελεφαντάκια.

Περίεργο πράγμα η απόσταση και η ενηλικίωση...
Στην αρχή τα πράγματα πηγαίνανε καλά.
Δύσκολα, αλλά καλά. Έχω αναφερθεί πολλές φορές σε όλα αυτά, τα τελευταία χρόνια.
Όποτε βρισκόμασταν τα ελεφαντάκια σμίγανε κι αυτά συνάμα.

Και από την κάμερα, στο skype, τα βάζαμε να βλέπονται και κάναμε χαζομάρες.

Κάποια στιγμή έφτασα στη Τουλούζη όπου δε γνώριζα κανέναν.
Ήπια αρκετά εκείνες τις μέρες, έκλαψα, έρεψα στη μαλακία.
Και μια μέρα το ελεφαντάκι μου έπεσε.

Η προβοσκίδα του αποχωρίστηκε από το σώμα του.
Για κάποιο λόγο νομίζω πως εκεί έσπασα μέσα μου κι εγώ,
τόση ήταν η ταύτισή μου με το ελεφαντάκι.

Πήρα στεναχωρημένος και μεθυσμένος την πρώην μου να εκφράσω τη θλίψη μου.
Προφανώς, ζώντας διαφορετικές στιγμές, και όντας νηφάλια δεν αντιλήφθηκε πόσο στεναχωρήθηκα.

Κάποια στιγμή ξανακόλλησα την προβοσκίδα και το ελεφαντάκι μου ήταν πάλι αρτιμελές.
Αυτή τη φορά όμως η πρώην μου ήταν αυτή που έφευγε για το εξωτερικό. Σουηδία...

Δε προλάβανε τα ελεφαντάκια να ειδωθούν και φεύγανε πάλι.
Γιατί και εγώ τελικά ξαναέφευγα για Γαλλία. Τρία χρόνια έκαστος. Πάνε τρία χρόνια τώρα.

Όπως είπα πριν σμίγανε και χανόντουσαν...
Και όπως είπα πριν, περίεργο πράγμα η απόσταση και η ενηλικίωση...
Ή απλά πως σε βαριέται κάποιος ξαφνικά και σταδιακά, από εκεί που σου χάριζε χειρόγραφα βιβλία και φωτίζονταν το πρόσωπό του με την απλή παρουσία σου.

Χωρίσαμε. Από τα πιο οδυνηρά πράγματα που έχω ζήσει.
Πριν χωρίσουμε, της έδωσα το ελεφαντάκι μου, να το πάει στο άλλο.
Άμα εμείς δε ζήσαμε κάτι παντοτινό, δεν υπήρχε λόγος να το στερήσουμε από εκείνα.

Αναρωτιέμαι άμα τα έχει ακόμα, ή τα πέταξε, ή τα έκρυψε κάπου.

Ανά περιόδους την θυμάμαι, γιατί σαν ελέφαντας θυμάμαι πολλά κι εγώ.
Και αναρωτιέμαι πως να είναι το ελεφαντάκι μου.

Sunday, November 25, 2012

Κάθε μέρα.

Κάθε μέρα, ξανά και ξανά, ο εγκέφαλος μου γυρνάει σε εσένα.
Ηλιοτρόπιο που μαράζει στον χειμώνα της απουσίας σου.
Σπόροι του πέφτουν τα δάκρυα, προσμονόντας να φυτρώσει κάτι νέο,
Αποδομόντας ότι έμεινε, μα η ουσία παραμένει γραμμένη μέσα τους.

Νόμιζα πως ήξερα τι είναι να χάνεις, νόμιζα πως ήξερα τι είναι να κερδίζεις.
Μακάριος μέσα στην άγνοια, πλήρης μεσ΄την ατέλεια.
Πλέον συνειδητά μισός.

Οι μέρες κυλάνε, σταλιά με τη σταλιά μα η μνήμη παραμένει εδώ.
Προσπαθώ να τρέξω να ξεφύγω. Πλάνη.
Μούσα των άηχων κραυγών και φθόγκων που με πνήγουν,
σε απεύχομαι μα σε αποζητώ, φαφλατολογόντας.

Και σαν γράψω τις λέξεις, ξανά θα φύγεις.
Θεοί τι μαλακίες γράφω ώρες ώρες.