Wednesday, January 20, 2016

Rambling Realizations.

I keep realizing, again and again.
That we will die. This stresses me on many levels.
The conscience is but a tool of the body, and the body is but a tool to the genes of a sexual species.
Passing on your genes can be a path to immortality of the genes, but your conscience dies daily.
A work of art could perhaps outlive your offspring.
But entropy rules us all, and our offspring will die way before the universe does.
What is the point of art then, of sex, of sadness or merriment?

I keep realizing, again and again.
That Gaussians exist because the laws of physics pull us all to the same places but we cannot occupy the same space time simultaneously.
That I am but a cell of a society, which is a macro organism, that has created its institutions, like banks, governments and customs which are its tools.
An amount of perplexing complexity.

I want to rebel in this world, to make it fair.
I want to rebel in technology, to find a way to preserve my conscience.
I want to rebel in art, to make my mortality bearable.

Friday, October 09, 2015

Sweet release.

I long for the sweet release of endorphins in my blood stream.
A reward from my genetics to the sentinence module of the body.
Armlocked, the testes and brain stand.

A consciousness stream, lost in time, in stress and existentialism.
My words are useless thoughts recorded on a machine that would make generations of humans weep; weep, if even for a moment they chanced an access to it.
It gives me luxuries, and endorphins.
A false sense of worth, of importance.

Hysterophimia, fame after you are dead.
An ancient greek ideal at the grasp of our fingertips.
Our words etched with magnets and lasers on rotating discs,
copied over and over, queried by other readers.

When shall it all fade to blackness?
When you die, do you panic?
Can you get tired from living, tired enough that letting go is easy?

Paths unfold like flowers and all I can see is a future of wilting petals, of worms swimming in the stagnant water of a vase in which the stems are slowly decomposing.

Do we pluck our dreams to decorate our imaginariums instead of letting them take root?
I long to pierce the illusion, comprehend the magician's trick, yet an abyss is awaiting behind the smokes and mirrors and distractions of day to day life.

I sporadically claw at life, trying to grip it, to thrust and engrave myself into moments of time.
Life moves and you end up breaking your nails, your finger-bones and tendons, holding on to memories of a human that you no longer are.

Continuity is fake, and memory is false, but still I anguish.
In a bad movie from my past a scene forms.

Samuraï versus Ninja,
In a train they fight.
The Samuraï wins by disarming the ninja.
Offers her to chose her death, suggesting a clean decapitation.
"Kill me for as long as possible, as painfully as you can. For every painful breath will be a moment more where my body reminds me I am alive".

Yet would I not prefer life to flee me without my consciousness?
My death is a given that stresses me beyond reckoning.

Monday, May 18, 2015

Χόρτος (Μέρος πρώτο)

Θέλω να σου δείξω κάτι. Περίμενε. Πρέπει πρώτα να το θυμηθώ καλά.

Καλοκαίρι. Μεσημέρι. Ο αέρας τόσο ανύπαρκτος που η ανάσα, το βουητό των εντόμων, η σταγόνα ιδρώτα που κυλάει στη πλάτη σου πριν σμίξει με το μαγιό, κινήσεις ελάχιστες μοιάζουν απομονωμένες και ξέχωρες. Ίσως απλά να το έζησα έτσι.

Ο δρόμος που πάει από το χωριό στο μπαρ ανηφορίζει για λίγο. Περπατάς και η άσφαλτος ζεματάει. Αρκετά για να νιώθεις τις πλαστικές σόλες απ΄τις παντόφλες σου να μαλακώνουν και θέλουν να κολλήσουν στη πίσσα. Πιο πέρα ξέρεις ότι θα στρίψετε αριστερά, θα πάψει η άσφαλτος. Το χώμα θα καίει λίγο λιγότερο.

Οι ελιές, σαν να βγήκαν από άσπρες, ξεθωριασμένες φωτογραφίες, στέκονται ακίνητες από τις δυό πλευρές του μονοπατιού. Από τον κορμό μιας ακούγεται βραχνιασμένη και  μουσική. Σαν προσπεράσετε το δέντρο βλέπεις το ηχείο, κρυμμένο σε μια κουφάλα της ελιάς. Περπατάς ανάμεσα στις αδύναμες σκιές και στις εκρηκτικές πιτσιλιές φωτός.

Η πετσέτα είναι τραχιά στη πλάτη σου. Ακολουθείς ή ηγείσαι το τσούρμο έφηβων προς την Κασαμπλάνκα - το μπαρ, το στέκι σας κοντά στη παραλία. Το ηχείο στην ελιά είναι του μπαρ. Όσο πλησιάζετε τόσο ξεβραχνιάζουν τα ηχεία. Ένας τραγουδιστής αναζητάει στα εγγλέζικα μια κοπέλα με πλυντήριο. Σου φαίνεται ποιητικότατο. Κι εσύ αναζητάς κοπέλα.

Στο τσούρμο είσαι τσιμπημένος με όλες και καμία. Αλλά κάνει τόση ζέστη που δεν έχει νόημα να σκέφτεσαι. Φτάνετε στο μπαρ. Ο κοινός εορτασμός του θριάμβου σας εξατμίζεται σαν το νερό που έχει ποτίσει η ιδιοκτήτρια στο πετροσπαρμένο τσιμέντο της αυλής. Παραδίνεστε στη ζέστη.

Η ιδιοκτήτρια είναι ξένη. Γαλλίδα. Πως βρέθηκε σε αυτό το ελληνικό χωριό, να έχει ένα μπαρ στολισμένο σαν να βγήκε από την επώνυμη ταινία, δε ξέρεις ή ίσως ξέρεις και εγώ πια δε θυμάμαι. Όλα αυτά γίναν κάποτε, εξάλλου.

Οι άλλοι παραγγέλνουν χυμούς και καφέδες. Μερικές τολμάνε το παγωτό. Αφήνεις την πετσέτα, κατεβαίνεις μέχρι την παραλία.

Άλλες χρονιές ήσασταν στην προκυμαία τα μεσημέρια. 

Αλλά ήσασταν παιδιά τότε. Ή ίσως εσύ ήσουν παιδί. Η αποβάθρα ήταν χτισμένη σε πυλώνες και ένα κομμάτι της ήταν περίεργα χτισμένο: από τη στεριά φαινόταν συμπαγής. Με μια βουτιά όμως περνούσες από κάτω και βρισκόσουν μέσα σε μια τεχνητή σπηλιά όπου είδες την Άρτεμις να φιλάει κάποιον που θα έφευγε την επόμενη μέρα. Ήσασταν παιδιά. Ή μάλλον ήσουν, περνώντας τις μέρες σου διαβάζοντας Dune του Frank Herbert, βουτώντας από την αποβάθρα, μετρώντας τα όνειρα και τις μέρες μέχρι να φιληθείς και εσύ.

Η χρονιά πέρασε σαν όνειρο αλλά χωρίς φιλιά και βρέθηκες στην παραλία.

Τα βότσαλα υπομένουν βαριεστημένα το ήλιο. Μερικοί παραθεριστές κάθονται κάτω από την ομπρέλα τους ή κάτω από τα λίγα παραθαλάσσια δέντρα. Οι παντόφλες που πριν κολλούσαν στην άσφαλτο τώρα αρνούνται πεισματικά να σταθούν εκεί που θες. Η φτέρνα σου ακουμπάει τις τσουχτερές αμβλείες πέτρες και σαν τρομοκρατημένος πίθηκος παρατάς τα πάντα, εκτινάσσεσαι, προτρέχεις και πέφτεις ηχηρά και άκομψα στο νερό.

Η πρώτη σου αίσθηση δεν είναι αυτή του κρύου αλλά της πίεσης, της σύσσωμης αγκαλιάς με το υγρό στοιχείο. Κλάσματα δευτερολέπτου και εκφωνείς, καθώς to σώμα σου αντιδράει στην απότομη αλλαγή θερμοκρασίας.

Η όλη σου ηχηρή παρεμβολή διαρκεί δευτερόλεπτα και για λίγο τα έντομα σιωπούν. Κολυμπάς μέχρι το πλοίο που είναι δεμένο στα ανοιχτά. Πιάνεσαι από την άκρη του και κρέμεσαι στην ελαφριά σκιά που σου προσφέρει.

Tuesday, May 12, 2015

The Ugly side

The façade, so solid, of my persona cracks. Is that a slight blemish? Is that a smudge?

How horrid you feel, how wretched and even worse unsurprised.

You have been rotting your brain away, aimlessly playing, aimlessly perusing things to escape, to flee.

You have been sitting in darkness, getting used to it, easing your way into the dimness, familiarizing your eyes to the shadows, acquiring a taste for silence.

And when, suddenly the spotlight shines upon the other, your friend, when he succeeds your eyes tear up.

You are not a good friend. Yes happiness for them, a fleeting thing.

But then you recall that it could be YOU. A potential version of you that did not loose hope, interest and motivation. That did not choose to live in compromise.

A version that was spotaneous.

What are your days made of? Nothing. Darkness perhaps.
And the light shines, and the friend basks in it, and radiates.
And all you can do is turn your head around, your darkness-accustomed eyes half-blinded by their glow and face the grit, the mould, the fester and the rot that line every corner of your persona.

You end up writing a post about it like a fucking teenager, then realise you are criticising teenagers and who you once were and then an elephant explodes in your ear-hole and the world is purple.

In conclusion:
Sometimes you feel like shit because others don't.
You are an egocentric apathetic person and a disgrace by own standards.

They then all went on to live a life and die.

Friday, September 05, 2014



Sparta, Peloponnese, Greece

11th of July 2006

Only days. It has only been four days since I last saw their smile. I know they are behind this. Our family ravaged, gone.

The Venetians held the Mani peninsula for centuries, this arid dry land.
My grandfather used to say: the only thing that grows here, is stones. They held this land just to prevent our ancestors from pirating their ships. And today Italians think they brough us the notion of Vendetta. Heh. As though we needed them to teach us to kill each other in a land so devoid of everything that removing a person meant one less mouth to feed. I caress my grandkid’s hair. He is the last Liakogkonas apart from me. He is named like me. Lefteris Liakogkonas. Like my grandfather before me, too. The vendetta with the Christeas family has run since before his time, but I do not know if the names of my kin were the same back then.

A vendetta is not something you casually walk into. Rather, you are born into it. Your parents are farmers wetting the land with their sweat day in, day out. You hear tales of cousins and grandparents dead by the filthy Christeas family. Then, one day, your father does not come home, and you learn that on that day, the Christeas family chose to make your father wet the land with his own blood.

Friday, July 18, 2014

Η βασταχτή ελαφρόπετρα του είναι.

Οι πρώτες λέξεις που ξεπηδάνε από το πληκτρολόγιο στην οθόνη μου τείνουν να είναι οι ίδιες.
Επιθυμώ να αρχίσω το κείμενό μου με κάτι βαρύγδουπο και εντυπωσιακό.

Οι μέρες που περάσανε φεύγουν σαν φύλα στο ποτάμι της ανάμνησης.

Ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Κάτι που να ακούγεται βαρύγδουπο αλλά να μην είναι παρά, όπως η λέξη βαρύγδουπο, ένας βαρύς γδούπος, μια ονοματοποιία.

Και τι είδους φύλα είναι αυτά που φεύγουν στο ποτάμι, τέλος πάντων; Συκής; Σικέ;

Ενδώτερα της χώρας της φαφλατολογίας βρίσκεται μια έρημος χαμένων σκέψεων και ποιητικών αλληγοριών.

Βράχοι άχριστης γνώσης τοποθετημένοι τυχαία στην άμμο, δεν είναι παρά κόκκοι που δε διαλείθηκαν ακόμα. Πηδώ από τον ένα στον άλλο.

Κάθε άλμα βυθίζει την πέτρα στην άμμο, με πάει πιο μακρυά, πιστεύω, αλλά ξανά και ξανά πέφτω σε αναμνήσεις και αναμασημένες ιδέες. Ελαφρόπετρες που αρνούνται πεισματικά να βυθιστούν.

Τα άλματά μας περιορισμένα από το σώμα μας, από τις αισθήσεις μας. Κάθε στιγμή ξοδεύουμε ενέργεια για να δεχτούμε πληροφορίες. Οπτικές, ηχητικές,αφής και βαρύτητας, αισθητήρια όργανα διεσπαρμένα στο δέρμα και το σώμα μας. Απέραντη πληροφορία που συνθλήβουμε σε κόκους άμμου, κρατόντας μόνο μερικές ελαφρόπτρες που αρνούνται πεισματικά να βυθιστούνε.

Κάθε στιγμή τα κύτταρά μας, σκλάβοι του εγκεφάλου, δουλεύουν ακατάπαυστα για να μειώσουν την πληροφορία σε ένα σταθερό επίπεδο.

Και αυτό το επίπεδο πληροφορίας ανά δευτερόλεπτο είναι που μας δείνει την αίσθηση του δευτερόλεπτου. Παραπάνω πληροφορία ανά δευτερόλεπτο και ο κόσμος μας φαίνεται να κυλάει πιο αργά. Λιγότερη και ο χρόνος παγώνει.

Και σε όλα αυτά νόημα κανένα.

Wednesday, June 11, 2014


Κάπου, μέσα σε όλα αυτά αστοχήσαμε. Χωρίς καν να γνωρίζουμε τον στόχο μας, αστοχήσαμε. Ήταν κάπου ανάμεσα στ΄αστέρια, στις παρυφές των ονείρων μάλλον. Ή ίσως με άλλη.

Καιρό είχα να νιώσω τόσο άδειος. Μήνες πάνε που το ιστολόγιο μένει χωρίς λέξεις.

Ακούω "το τραίνο φεύγει στις οχτώ" και άλλα ευχάριστα τραγούδια.

Μου είπες, όταν σε γνώρισα ήσουν ευάλωτος, γι΄αυτό είσαι μαζί μου. Έτσι μου φαίνεται και εμένα, σιγά σιγά. Σκιά μιας γυναίκας ανύπαρκτης και εσύ; Δε ξέρω. Ίσως.

Το τραίνο φεύγει στις οκτώ, ταξίδι για την Κατερίνη.

Με τον πατέρα μου τσακώθηκα, πάλι. Είμαι ευέξαπτος, και απορρίπτω τα ήθη και τα έθιμα, και την ταυτότητά μου την ίδια. "Θα αρνηθώ την ελληνική ιθαγένειά μου!" Σαν δεκαπεντάχρονο αντιδράω ακόμα. Τι δεκαπεντάχρονο, πεντάχρονο και πολλά λέω.

Την εποχή που μεγαλόφωνα δήλωνα: je vais pleurer dans ma chandre. και προκαλούσα το γέλιο των δικών μου.

Αστοχία. Για που πήγαινα; Πήγαινα αλήθεια για το Παρίσι; Για την πόλη του φωτός;
Διδακτορικό, μεταδιδακτορικό, συγκατοίκηση, μαλακίες.

Δεν έχω καν στόχο. Αστοχία μεγέθους εχούσης.

Monday, February 17, 2014

Μέρες του 14

Ένα όνομα γυρνάει ξανά και ξανά μες το νου μου, φάντασμα μιας παλιά θύμησης ξεθωριασμένης.
Το όνομα, ξανά και ξανά κι ας μη σημαίνει πλέον τίποτα.

Τις νύχτες κοιμάμαι με συντροφιά. Ένα χρόνο τώρα, όταν ο ύπνος με παρατάει -σπάνιο φαινόμενο πλέον- βρίσκομαι μέσα σε ένα σώμα το οποίο, εικάζω, πρέπει να είναι το δικό μου. Δίπλα στο σώμα μου κοιμάται, τυλιγμένη εν μέρη, ξεσκέπαστη εν μέρη, η Σαμπρίνα.

Την αποζητώ, την αγκαλιάζω και ξανακοιμάμαι. Το σώμα μου της πιέζει τα πνευμόνια και με μεταθέτει, μια σπρωξιά, μια στροφή της λεκάνης της, προς τη δική μου πλευρά. Θα ξαναξυπνίσω και θα επαναλάβουμε την όλη χορογραφία.

Οι μέρες κυλάνε. Στην δική μου Οδύσσεια δεν είμαι καν Οδυσσέας.
Λωτοί οι σύνδεσμοι στο διαδίκτυο και οι αναμνήσεις. Τους μασάω και χάνομαι.
Πηδάω στον χρόνο.

Θυμάμαι το κρεβάτι μου, στην Αθήνα, στο δωμάτιο όπου πέρασα τις περισσότερες ώρες της ζωής μου μέχρι τώρα. Ακουμπούσα στον τοίχο την πλάτη μου.
Τον χειμώνα το πάπλωμα με μόνωνε από το κρύο ντουβάρι. Το καλοκαίρι, με τον ιδρώτα να κυλάει από τους πόρους μου, για λίγο ο τοίχος με δρόσιζε. Αν ήμουν τυχερός προλάβαινα να αποκοιμηθώ.
Μα πάνω απ'όλα ο τοίχος έδινε μια ψευδαίσθηση ασφάλειας, αγκαλιάς ίσως.

Σε εκείνο το κρεβάτι, στο οποίο άφηνα μικρός, στο πίσω μέρος του προσκεφάλιου, τα κακάδια από την μύτη μου, και αργότερα το έφηβο σπέρμα της πρωινής και της βραδινής μαλακίας. Σε εκείνο το κρεβάτι όπου διάβαζα κάθε βράδυ με τις ώρες, απορροφημένος σε κόσμους από χαρτί και μελάνι, μάθαινα, λανθασμένα, ότι ο κόσμος διέπεται πρώτα απ'όλα από κανόνες αφηγηματικούς. Ότι υπάρχουν ήρωες και πεπρωμένα.

Σε εκείνο το κρεβάτι όπου μια βραδιά πριν κοιμηθώ σκέφτηκα ότι θα πέσω για ύπνο κάποια στιγμή και θα είμαι πιο ηλικιωμένος. Και αυτό θα συμβεί ξανά και ξανά, αυτή η σκέψη, και αυτός ο φόβος. Ανάμεσα σε δύο φορές που θα έχω αυτήν την σκέψη, θα έχουν περάσει μήνες, χρόνια, χαρές και λύπες και τίποτα απ'όλα αυτά δε θα έχει αποτρέψει την σκέψη μου από το να γυρνάει στην ιδέα αυτή: λίγο πριν κοιμηθώ, σε λίγα χρόνια, θα σκεφτώ τα ίδια πράγματα, θα αναρωτηθώ για τον θάνατο, ενώ σταδιακά το σώμα μου θα με αφήνει.

Οι άνθρωποι που ζούνε βαθιά αλλά και ικανοποιητικά γεράματα είναι αυτοί που εξερευνούν τα πάθη τους όλη τους την ζωή. Δε χάνουν την ώθηση να μάθουν νέα πράγματα, όχι από φόβο ενός εγκέφαλου που αποσυντίθεται αλλά απλά επειδή τους αρέσει.

Η μπαλάφρα παραμένει στο μέρος της καρδιάς, πολυπλέκει τον έρωτα.
Βρίσκομαι μια χρονιά τώρα αντιμέτωπος με το ιδεατό μου και την ευθύνη του ενήλικα.
Ο τελευταίος χρόνος μοιάζει με παύση, χωρίς αυτή να είναι πραγματική διακοπή.
Η ψυχανάλυση τελείωσε, έμεινα άνεργος, ξαναβρήκα δουλειά.
Οφείλω να επενδύσω δυνάμεις και χρόνο και παρουσία, σε τέλη, υποχρεώσεις και εργασία αν θέλω να συνεχίσω να έχω μια "καλή" ζωή.
Αρχίζω και κινούμαι απλά για να κινηθώ. Τα πάντα είναι μουδιασμένα. Προς τα που; Δε ξέρω.
Θέλω να θέλω να μάθω νέα γλώσσα.
Θέλω να θέλω να μάθω νέα επιστήμη.
Είμαι ερωτευμένος με την ιδέα του να είμαι ερωτευμένος.

Θα έπρεπε να καταφέρω να δω την ζωή μου με κάποια απόσταση και να αποφασίσω, μα ζω εντός και επί τ'αυτά.

Ο μετέφηβος μέσα μου μουρμουρίζει ξανά το όνομα.
Ο έφηβος αυνανίζεται.
Το παιδί κάνει αγκαλιές και αγάπες.

Και εγώ, όλα αυτά τα άτομα, λίγο πριν κοιμηθώ συλλογίζομαι ότι θα ξυπνήσω μια μέρα και πριν κοιμηθώ, θα είμαι κατίντα χρονών, θα θυμηθώ το συλλογισμό μου αυτό, και θα χαχανίσω. Σιγά, γιατί αλλιώς θα με πονέσουν τα αρθριτικά μου.

Monday, September 16, 2013

Dead horses don't talk.

Dead horses don't talk, however much you beat them.
They take you downtown for a stroll, risen by necromantic powers.
Their eyes do rot, and liquefy and hang loosely from their sockets.
Their flanks are bared down to the bone and dogs jump up to tear them.
The flesh that hangs there limply is cold, yet they just keep on strolling.

Dead horses do not talk.

Around and round they do take you for a stroll, dead horses from their slumber risen.
Flailed to death they toil away, carrying memories; trinkets.

The horses pass through our deserted streets, not talking, not making a sound.
Who knows why and whither.

Dead horses do not talk, they walk away and wither.

Wednesday, August 07, 2013


When I angst and cry and rage against the time that goes by,
people call me crazy, and take my lament for ungratefulness.

When I paint a verbal portrait of the world through the colors of nostalgia,
I am kindly, or harshly, reminded by all to stay in the present.
The same goes for my dreams and anxiousness for things to come.

But is there a greater sign of loving life?
I rage because I want more.
I angst because I want more.
I am nostalgic because I enjoyed living it.
I am projecting in the future because I want to live more.

I am unsatisfied, unfulfilled but not ungrateful.
I just want more because I enjoy it.
Every single laugh, every single breath, every single tear.
And the thought that I might progressively enjoy them less, that I am going to be less grateful for every moment, and that at some point there will be no more moments both stresses me and increases the value of the moments lived and the moments yet to be lived.

So I say, do not judge me harshly. I complain, I rage, I angst and elevate, all out of love.

Wednesday, June 19, 2013

The random fish.

There once was a fish, stranded on land, dying.
A cat went by, thinking to release the fish from its misery, and fill up her stomach with food;
A little boy went by, and stopped the cat from eating the fish, scarring it.
The fish was still dying, so the boy went away to search for his mother.

A little girl stumbled upon the fish.
"Oh you little creature, how did you end up in this land?"
The fish stood there gasping, its gills unable to process the oxygen out of the air.
Being brave, she took the fish in her arms and dropped it into a pond.

The fish stood there in the water, motionless at first, enjoying its freshness, then stating moving happily.
The boy and the mother came and saw the girl and were happy for the saved fish.
The cat caught a mouse and was also happy.
The mouse was happy because it had terminal cancer and wanted to end his life as soon as possible.

The only sad person in this story is me, for I now wonder how the fuck this fish came to be stranded on land and why it forced me to write this story.

Thursday, June 13, 2013

Ναι, Ριτ.


Για δείτε εδώ:


Για μερικές μέρες στο site αυτό εξέπεμπε η παλιά καλή ΕΡΤ!

Wednesday, June 12, 2013

Ελληνική Ραδιοτηλεώραση.

Πάει το ουράνιο τόξο. Περίεργη η πρώτη αντίδραση του εγκέφαλού μου. Στεναχωριέμαι για μια παιδική εκπομπή που δεν έβλεπα ποτέ...

Σαν όνειρο μου φαίνεται. Μια περίεργη πραγματικότητα που απέχει από την Ελλάδα που ήξερα.
Πέντε χρόνια λείπω. Δεν γνωρίζω τα δημοφιλή τραγούδια, δε γνωρίζω τους πολιτικούς, δε γνωρίζω τις νέες εκφράσεις.

Έχω μείνει πριν τη κρίση. Κάθε φορά που μιλάω με φίλους και γνωστούς μου φαίνονται λόγια ασυνάρτητα σχεδόν. Πέρασε η αγανάκτηση των αγανακτισμένων, εγκαταστάθηκαν τα χρυσά αυγά σε κάθε γειτονιά, με γραφεία κόμματος (που τα βρήκαν τα λεφτά; ποιος τους πληρώνει και τους παρακινεί; τι συμφέρον έχει; γιατί άμα δε γουστάρουν τους μετανάστες δε τους πληρώνουν εισιτήρια για να φύγουν αντί να ανοίγουν γραφεία αριστερά δεξιά; Οι περισσότεροι νόμιμοι μετανάστες άλλο πράγμα δε θέλουν! Λεφτά τους λείπουν για να φύγουν. Καλά, μην απαντήσετε δεν έχει νόημα, παρεκτρέπομαι.) Περάσανε ένα σκασμό μέτρα άνευ νοήματος. Πανικόβλητη κυβέρνηση, με άτομα που ακόμα δεν έχουν καταλάβει πως το προηγούμενο παιχνίδι που παίζανε, την εποχή με τις παχιές δανεικές αγελάδες δε βαστάει ο τόπος να το συνεχίσουν, ή που το έχουν καταλάβει και αδιαφορούν πλήρως. Ας αρπάξουμε όσο προλαβαίνουμε ακόμα.

Και μέσα σε όλα αυτά, τι μένει;
Πραγματικά τίποτα. Τα ακούει ο κόσμος από τη τηλεόραση με μια τρομακτική μουσική υπόκρουση για να ξέρει και ο πιο ηλίθιος ότι τα νέα είναι δυσάρεστα, τα ξανακούει ξανά και ξανά. Δεν υπάρχει ελπίδα, δεχτείτε τα νέα μέτρα και τα συναφή.

Και τώρα κλείνουν την ΕΡΤ. Σίγουρα η ΕΡΤ δεν ήταν προσοδοφόρα επιχείρηση τη ώρα που έκλεισε. Αλλά όταν κλείνεις την κρατική τηλεόραση, έτσι, με το καλησπέρα σας,

κάτι ήθελα να γράψω. Κάπου ήθελα να καταληξω. Αλλά δυστυχώς δεν υπάρχει κάποιο συμπέρασμα που θέλω να βγάλω. Η κατάσταση είναι οικτρή, αλλά το κράτος είναι εργαλείο του έθνους και όχι το αντίθετο. Όταν ένα εργαλείο χαλάει είτε το επισκευάζεις, είτε, όταν δε παίρνει άλλες επισκευές, το αλλάζεις.

Τα κτήρια είναι εκεί. Κατάληψη από τους εργαζόμενους, χρήση ως έχει και βλέπουμε. Αυτό θα ήθελα. Άμα η αστυνομία πάει κόντρα θα είναι ένα νέο πολυτεχνείο. "Εδώ ΕΡΤ εδώ ΕΡΤ ο σταθμός που εκπέμπει για τους πολίτες, τα τανκς μπουκάρουν από στιγμή σε στιγμή στο προαύλιο."

Καλό μας κουράγιο.

Thursday, May 30, 2013

Όταν κι εάν.

Όταν δε μένει τίποτα μα τίποτα πλέον το δικό μας,
Και χαμένοι περιδιαβαίνουμε σε πόλεις μακρινές,

Οι αναμνήσεις, απόφλουδα, 
                                     θ' αποσυντήθονται στο στον ήλιο.
Ως να χαθεί η θύμηση της θρέψης,
               ως να βρεθούμε άξαφνα ν' ανοίκουμε σε άλλους.

Τότε, ρημαγμένοι έως το είναι μας, θα είναι πλέον αργά,
                                να ζήσουμε το τέλος της Οδύσσειας.

Τότε, ξεχασμένοι από όλους και από εμάς,
Τότε, φρούδες ελπίδες η τροφή μας και λήθη,
Τότε, μια καινή επανάσταση στο κενό.

Thursday, March 21, 2013

The steam-sprung revolution: Introduction.

An average human being generally does not change the course of humanity. An average human's mark on history, our very own mark on history, fades away within a few generations.

However there are some brilliant people whose pioneering ideas become integral to the furtherment of  human society. Sir Isaac Newton, Albert Einstein, Leonardo da Vinci are examples of such visionaries.

nanos gigantum humeris insidentes
Orion carrying his servant.

And an even bigger number of such visionaries have lived in ancient times, and their ideas still echo and influence us today. Aristotle, amongst other things thought, for example, of classifying senses in five groups, and although we know of senses escaping this classification, we still defer to his teachings.

Of these Giants, Heron of Alexandria, while of lesser fame, is the one that could have changed human history the most. He is considered the greatest experimenter of antiquity and his work is representative of the Hellenistic scientific tradition. His inventions include hydraulic pressure doors, the first vending machines of the world and the first wind-operated jukebox. He dabbled in many fields, from optics, to mathematics, to something akin to robotics. However his most important invention was the Aeolipile.

It was the first steam engine, more than a thousand years before our industrial revolution. His invention remained as an exhibit in a temple, its power never truly harnessed.

It took humanity over a millennium to reproduce Heron's technological advances.

This leads us to wonder: what if in a reality similar to ours, a scientist, a genius equivalent to Heron, thought of connecting his Aeolipile with a wheel, and went on to create the first trains, cars and factories. He, like Heron, would have had the skills in robotics to fully industrialize the ancient world.

Welcome to the world of Steam-sprung, set in a world where the industrial revolution happened at 100 A.D.

Thursday, February 21, 2013

Post-doctoral cramps

This must be what marathon winners must feel like.
You run and you run and you run some more. Things stop making sense, yet you persevere, knowing you will reach the end. You ignore the pain, you ignore the losses, you ignore your body.
For, somewhere beyond the horizon, somewhere beyond the pain, is a terminus, an end, a reception.

Your friends will be there, there will be food and joy and fun.
Your family will be there, to mark your achievement.

You will cross the barrier. A barrier that awaits those who thought they might one day try it, who believe that if they want they can do it, no problem. You feel pride, and you are being arrogant. Yet these thoughts are in the background, getting drown and lost in the moments of pain and work that remain.

And suddenly, when it has been hours and days and eternities since you thought "feh, I will never make it", yet you still carry on, the finish line is there at the horizon. Not behind it anymore, but at the horizon. You can see it.

You run, you stumble and gather the remaining forces you do not really have, to finish in beauty.
Last hurdle.
The last of the last hurdles.

You get there, and you are greeted by the people that you thought were just watching you run.

You realize they were not leisurely watching you, but actually they were running their own marathons. But still.

The elation is there. It is an ending. You celebrate. Your body is full of endorphins to dull the pain. So you celebrate.

And the next day, the pain starts.
And worse than the pain, the realization.

There is no more finish line beyond the horizon. You are free.
There is no more finish line anywhere. You are lost.

Your body knows only how to run. So you keep running blindly towards goals that people haphazardly suggest.

Time to find a new finish line and a new one after that and so on and so forth...

Yet even as you think these thoughts that spring from your ever forwards-propelling momentum;
even as you try to keep the meaninglessness of it all at bay by trying to find a new activity to obfuscate your worries;
even then, your mind wanders and wonders and dances with craziness:

Risking and losing yourself in love, in a simpler life, in a different path or sport or occupation, in different values and dreams.

But the end of the running period is always linked to those dreams.
The running soon resumes and propels you back to the land of the waking.
I am still unsure whether to be grateful or not for this.

Tuesday, December 04, 2012


Κάποια μέρα βρέθηκαν στην κατοχή μου δυο ελεφαντάκια πήλινα. Ήταν όμορφα: ζωγραφισμένα με απλότητα, ένα πιστό ζευγάρι βιβλιοστάτες. Αρέσανε και στην τότε κοπέλα μου.

Μένανε στη βιβλιοθήκη κρατώντας τα βιβλία μου. Και πέρασε ο καιρός.

Με δεχθήκανε για σπουδές στο εξωτερικό. Ένας χρόνος.
Της έδωσα το ένα ελεφαντάκι, και πήρα το άλλο μαζί μου.
Η σχέση μας θα ήταν σαν αυτά τα ελεφαντάκια.

Περίεργο πράγμα η απόσταση και η ενηλικίωση...
Στην αρχή τα πράγματα πηγαίνανε καλά.
Δύσκολα, αλλά καλά. Έχω αναφερθεί πολλές φορές σε όλα αυτά, τα τελευταία χρόνια.
Όποτε βρισκόμασταν τα ελεφαντάκια σμίγανε κι αυτά συνάμα.

Και από την κάμερα, στο skype, τα βάζαμε να βλέπονται και κάναμε χαζομάρες.

Κάποια στιγμή έφτασα στη Τουλούζη όπου δε γνώριζα κανέναν.
Ήπια αρκετά εκείνες τις μέρες, έκλαψα, έρεψα στη μαλακία.
Και μια μέρα το ελεφαντάκι μου έπεσε.

Η προβοσκίδα του αποχωρίστηκε από το σώμα του.
Για κάποιο λόγο νομίζω πως εκεί έσπασα μέσα μου κι εγώ,
τόση ήταν η ταύτισή μου με το ελεφαντάκι.

Πήρα στεναχωρημένος και μεθυσμένος την πρώην μου να εκφράσω τη θλίψη μου.
Προφανώς, ζώντας διαφορετικές στιγμές, και όντας νηφάλια δεν αντιλήφθηκε πόσο στεναχωρήθηκα.

Κάποια στιγμή ξανακόλλησα την προβοσκίδα και το ελεφαντάκι μου ήταν πάλι αρτιμελές.
Αυτή τη φορά όμως η πρώην μου ήταν αυτή που έφευγε για το εξωτερικό. Σουηδία...

Δε προλάβανε τα ελεφαντάκια να ειδωθούν και φεύγανε πάλι.
Γιατί και εγώ τελικά ξαναέφευγα για Γαλλία. Τρία χρόνια έκαστος. Πάνε τρία χρόνια τώρα.

Όπως είπα πριν σμίγανε και χανόντουσαν...
Και όπως είπα πριν, περίεργο πράγμα η απόσταση και η ενηλικίωση...
Ή απλά πως σε βαριέται κάποιος ξαφνικά και σταδιακά, από εκεί που σου χάριζε χειρόγραφα βιβλία και φωτίζονταν το πρόσωπό του με την απλή παρουσία σου.

Χωρίσαμε. Από τα πιο οδυνηρά πράγματα που έχω ζήσει.
Πριν χωρίσουμε, της έδωσα το ελεφαντάκι μου, να το πάει στο άλλο.
Άμα εμείς δε ζήσαμε κάτι παντοτινό, δεν υπήρχε λόγος να το στερήσουμε από εκείνα.

Αναρωτιέμαι άμα τα έχει ακόμα, ή τα πέταξε, ή τα έκρυψε κάπου.

Ανά περιόδους την θυμάμαι, γιατί σαν ελέφαντας θυμάμαι πολλά κι εγώ.
Και αναρωτιέμαι πως να είναι το ελεφαντάκι μου.

Sunday, November 25, 2012

Κάθε μέρα.

Κάθε μέρα, ξανά και ξανά, ο εγκέφαλος μου γυρνάει σε εσένα.
Ηλιοτρόπιο που μαράζει στον χειμώνα της απουσίας σου.
Σπόροι του πέφτουν τα δάκρυα, προσμονόντας να φυτρώσει κάτι νέο,
Αποδομόντας ότι έμεινε, μα η ουσία παραμένει γραμμένη μέσα τους.

Νόμιζα πως ήξερα τι είναι να χάνεις, νόμιζα πως ήξερα τι είναι να κερδίζεις.
Μακάριος μέσα στην άγνοια, πλήρης μεσ΄την ατέλεια.
Πλέον συνειδητά μισός.

Οι μέρες κυλάνε, σταλιά με τη σταλιά μα η μνήμη παραμένει εδώ.
Προσπαθώ να τρέξω να ξεφύγω. Πλάνη.
Μούσα των άηχων κραυγών και φθόγκων που με πνήγουν,
σε απεύχομαι μα σε αποζητώ, φαφλατολογόντας.

Και σαν γράψω τις λέξεις, ξανά θα φύγεις.
Θεοί τι μαλακίες γράφω ώρες ώρες.

Friday, November 16, 2012

The mists of Khelsai.

The mists were permanent on th planet Khelsai. Xerxis, the local overlord had seen to that, since it was vital in lowering the endorphins in the human cattle. Their blood would then be much more valuable to the selected clientèle to which he catered. The masters of the inner sanctum could not afford to be hooked up to a narcotic such as endorhin; that had lead to the destruction of many a solar systems when a master in bloodlust would soak up all energy in the system. The upside is that they usually died out after that, being deprived of any more blood. Climbing the social ladder is difficult when you are immortal.

A delegation of masters were arriving on the planet. He felt the energy coming out of them as they descended from the galactic spaceship. He had to fight his urge to bow. They were his superiors in every way, but by tradition he was the master of the planet, and would bow to no one.

The five hooded elders approached him. In the traditional way, they each bit their arms and let a drop of their pristine red blood fall to the floor. Xerxes, unvoluntarily focused on these drops. The amount of energy and power in each one of those felt dizzying to him. He took some soil from inside his robes, and threw a bit over each bloodstain.

Keila, the bloodqueen, lowered her hood. "The formalities are now over Xerxes, are they not?"

He could feel a strange undertone to what she just had said. Had there been a revolt? Had the status changed inside the council?

"As you say, my lady. Please feel at home."

The council swept pas him towards the cars awaiting them. He hasted after them. "What news of the council? Can I be of any assistance?" Things were not going properly. They should not have just passed him like an errand boy. They should have quibbled with him for a while, talking prices, favors and politics, before they followed him to the cars to go test the blood.

After a small hesitation, Duran, the albino elder, turned to him.

"As a matter of fact, yes, you can do something for us."

The others paused, yet did not deign to turn their gazes upon him.

"All through the galaxy, blood is being spilled as we speak. We are making a gamble, to open up a portal to another universe. Please kill yourself, and all your cattle to provide the energy."

Xerxes starred at him in horror.

His begging of chuckle was silenced by Durans gaze.

Xerxes could not understand. "What did you just say? Why?"

Iessous, another elder, turned to him.

"That is a good question, boy. How old are you? By the look of you, you must be around two or three thousand standard years old. Blood must still have an interesting taste at that age. You must have formulated your own theory of why the world exists and have a good justification for your own continued lifespan. Why you even refrained from killing yourself for this long."

Xerxes, just stared at them, trembling. They all had turned and were facing him again.

"We are just bored boy. Something new and refreshing might be out there, and we shall try once more to open a portal. Now; die. We need your energy to punch that hole."

Those were the last words he heard, as all his blood seemed to explode out of him.

Iessous, blood-soaked turned to the others.

"We should proceed with the cattle."

Two hours latter the blood of billions had been spilt, on planets allowver in the galaxy. On every planet, tiny holes began to appear in blood-smeared floors, like perforations on a piece of paper. They enlarged and that universe started to unravel.

Tuesday, October 30, 2012

The disappeared ones. Chapter One



These elaborate, belle-epoque calligraphic-style letters in pastel tones seemed out of place in the fairground. However, the proclamations written upon the steam-punk, Jules Verne-inspired stand, made us stop in front of it, perplexed. It was a thing out of a Terry Giliam film, with a mural showing two metal cages with lightning arcs flaring between them, and a man disappearing from one to appear in the other. Jenny giggled nervously and her grip on my arm increased slightly. She looked up to me as if to say: do you dare?

Wednesday, October 10, 2012

Two simple changes.

They certainly would not alter the world completely, but I would love to see them tested:

a) everyone who wants to study at the university level, has to take a major in something he/she is interested in but is obliged to also pick a minor in a secondary more practical field from a set selection of studies in whch he/she will, for the next 15 years devote at least a fifth of his total working time (1 day per week). Say you want to study History of Art, you are then also given the choise of agricultural studies, management studies, civic engineering, car mechanics, maritime studies and electrician studies. Then for the next 15 years you have to devote a fifth of your time to said field.

b) everyone has to participate a given number of hours per week in community service, whatever their social standing. Traffic wardens, street cleaning, garbage sorting, recycling and repairing facilities, children-care, administrative chores, elderly care. These would change over time for each person and be quasi-random.

These two measures would:

  • prevent people from choosing studies that do not fill the needs of society, while simultaneously allowing them the freedom to study something they like.
  • create social cohesion, by forcing people of different working areas to come work, at least once a week with other people of different working areas/ statuses, without exceptions. You might be the owner of a multinational bank, you are still obliged to, once per week do your due to society as a plumber which you chose as your secondary studies. Also once per week you have to do your assigned civic duty, meeting people from still different paths of life.
  • prevent social snobism of menial labor.
  • promote a more universal education.
  • allow social problems to be better felt by the majority of the population and subsequently eliminated.
I know that these are not the solution to the problems that are currently plaguing humanity, but I believe that they could shift mentalities to a direction where cohabitation of this planet would be much more pleasant.

Also, John Lennon:

Thursday, October 04, 2012

Somebody save me

It is a scream you dare not scream, a tear you hold inside,
you are unattached and oh-so free,
yet with other people all so often you collide
and you flail your arms to catch them,
grains of sand that slip through your emotions and through time.
Your loneliness both the sentence and the crime.

Somebody save me, I am sick and tired of saving myself.
Give me 5 minutes of recess and of calm,
hug me; let your murmurs be a balm,
for I need somebody to save me,
I can bare no longer having to keep saving myself.

Tuesday, September 25, 2012

Pastitsio, FSM, fb and the greek penal system.

Τι κάνει ένας διδακτορικός στο Παρίσι όταν βαριέται; Διαβάζει νέα για το Γιουνανιστάν.

Το αρχικό θέμα της συζήτησης αυτής ήταν μια πολύ απλή παρουσίασή μου στο facebook, του γκρουπ του γέροντα παστίτσιου, στο facebook. Το χιούμορ του με τον καιρό χόντραινε μεν, παρέμενε όμως σατυρικό δε, χωρίς να περάσει στην κατηγορία υβριστικού κειμένου. Τα σχόλια από τους φανατικούς "χριστιανούς" στην σελίδα αυτή δεν ήταν διόλου χριστιανικά και αυτά κατά κύριο λόγο απέκρουε με αρκετά μεγάλη βια. 

Κοίταξα τα σχόλια που υπάρχουν στην σελίδα αυτή: και έχω φρίξει λιγάκι, ξανά με όλα τα τεκταινόμενα. Στεναχωριέμαι που συνεχίζουμε να επιμένουμε να κατακρίνουμε τα άτομα που κάνουν σάτιρα. Στεναχωριέμαι που το να είσαι άθεος και να εκφράζεις την άποψή σου εκλαμβάνεται σε τέτοιο βαθμό προσβλητικό για την κοινωνία. Παρμένο από ένα σχόλιο εντός της εκεί συζήτησης επί του θέματος.

Άρθρο 198
Κακόβουλη βλασφημία
1. Με φυλάκιση μέχρι δύο ετών τιμωρείται όποιος δημόσια και κακόβουλα βρίζει με οποιονδήποτε τρόπο το Θεό.
2. Όποιος, εκτός από τη περίπτωση της παρ.1, εκδηλώνει με βλασφημία έλλειψη σεβασμού προς τα θεία, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών μηνών.
Άρθρο 199
Καθύβριση θρησκευμάτων
Όποιος δημόσια και κακόβουλα καθυβρίζει με οποιονδήποτε τρόπο την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού ή άλλη θρησκεία ανεκτή στην Ελλάδα τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών.

Aυτο για όποιον νομίζει οτι μπορει να λεεί και να κάνει οτι γουσταρει σχετικά με την πίστη κάθε ανθρώπου.Δικαιωμα του καθενός ακόμη να είναι αθεος ,δικαίωμα του να μην θεωρει τον Παισιο σεβάσμιο, δεκτο.Αλλα το να εξεφτελίζει κανείς ένα νεκρο που δεν πειραξε κανένα και εχει την εκτίμηση του κόσμου ουτε μαγκιά ουτε σάτυρα είναι.Οσοι τον υπερασπίζεστε οτι τάχα σατιρίζει την εκμετάλευση της Εκκλησιας προφανώς δεν προσέξατε οτι σε αυτη την καταπτιστη σελιδα εχει σαν φόντο την παραμορφωμένη εικόνα της Παναγίας να κραταεί εναν Ιησου με κεφάλι τράγου.Αστειάκι και αυτο ε;Στη φυλακή θα έχει αρκετό χρόνο να μάθει τα ορια της σατυρας και του χλευασμου.

Τι να πω. Προφανώς δε γνώριζε το FSM ο συγκεκριμένος σχολιαστής, αλλά ακόμα και εάν το γνώριζε, δε πιστεύω πως θα άλλαζε την άποψη του. Μάλλον είχα ξεχάσει πόσο η ανθρώπινη φύση και η κεκτημένη κουλτούρα βίας μπορούνε να στερήσουν την ελευθερία έκφρασης ακόμα και σε χώρο όπου δεν είσαι υποχρεωμένος να υποστείς τις εκφραζόμενες ιδεολογίες (στο facebook κανένας δε με αναγκάζει να διαβάζω τα κείμενα του Αρχιμανδρίτη Καστανουπόλεως και πάσης Φτιοκίδας ™, όπως και κανένας δεν τους ανάγκαζε να διαβάσουν την σελίδα του Παστίτσιου) Θα είμαι λίγο υπερβολικός σε αυτό το σημείο και θα θυμηθώ την δίκη του Σωκράτη στην αρχαία Αθηναϊκή δημοκρατία, για ασέβεια προς τους θεούς και για διαφθορά των νέων, και θα διαπιστώσω πως τελικά δεν προχωρήσαμε και πολύ από τότε. 

Monday, September 24, 2012

Θανάσιμη χαρτοκοπτική.

«Μισώ αυτή τη γαμημένη δουλειά."
χρρρκχχχ, συνεχίζει την πρόταση το γουόκι-τόκι, και στη συνέχεια σωπαίνει. Ο Steve, του οποίου το πραγματικό όνομα είναι Στέφανος Χαντζοπουλόπουλος, είναι εκεί έξω, κάνοντας την υποχρεωτική ωριαία περιπόλο. Κάνουμε αυτή τη δουλειά, φύλακες, εδώ και δύο χρόνια. Τυχαίνει, επίσης, να είναι ο αδελφός μου και ένα άχρηστο κομμάτι κρέας. Τέλος πάντων.

Το στατικό χρουτσούριασμα επανέρχεται, προαναγγέλλοντας μια συνέχεια στη γεμάτο σοφία αθυροστομία προερχόμενη από το στόμα του αδελφού μου.
"Angelo; Με ακους, πουτάνας γιέ; είπα : Μισώ αυτό το γαμημένο δουλειά." κχρρκχχ

"Steve. Μόλις προσέβαλες την μαμά. Ως εκ τούτου θα αρχίσω να τρώω τα κεφτεδάκια που μας έκανε για απόψε. Τελείωσε τη γύρα σου ώστε να μπορείσεις να φας όσα μείνουν για το ανάξιο γιο της." Κρρχκχχ. " Ή μάλλον, να φας το ένα που θα έχει μείνει για τον ανάξιο γιό της. "

Το στατικό χρουτσούριασμα επανέρχεται, αλλά κόβω την ένταση του ήχου πριν ακούω τίποτα από όσα θα ξεστωμήσει. Γνωρίζοντας τον, θα είναι μάλλον προσβλητικά για εμένα, τη μαμά, τον μπαμπά, τον Θεό, τη Παναγία, και όλους τους Άγιους, και έχω καλύτερα πράγματα να κάνω από το να τον ακούω. Ή μάλλον, έχω καλύτερα πράγματα να φάω.

Είναι μια κρύα νύχτα, και δεν ζηλεύω την κακή τύχη του Steve που του έλαχε να κάνει αυτός τις γύρες απόψε. Απόψε είμαστε βλαρδια στο συνήθες μέρος για νύχτα Τρίτης, στις αποθήκες 3 έως 14 του Storelia TM στις βιομηχανικές αποβάθρες του Σίδνεϊ.

Τσιμπάω ένα από τα κεφτεδάκια της μαμάς, και δεν είναι από τα ιταλικά μίζερα κεφτεδάκια αυτά, αλλά η Κεφτεδάκια, η πραγματική συνταγή από τη Yaya στην Ελλάδα, και το απολαμβάνω. Ξεφυλλίζω ένα διαφημιστικό φυλλάδιο των ΙΚΕΑ για λίγο. Περιηγηγούμε ανάμεσα στις σελλίδες του, ψάχνοντας τα δομάτια που απρουσιάζει για έναν καναπέ, αλλά ψάχνοντας πραγματικά για κάτι που να διευκολυνθεί τη νωθρότητα και τη βαρεμάρα της νυχτερινής βάρδιας. Κάνουμε γύρες και φύλαμε άδειες αποθήκες. Καλά, δίορθωση. Αναλαμβάνω τη φύλαξη και ο Steve κάνει τις γύρες.

Ο άνεμος στις αποβάθρες, έξω από το μικρό γραφείο ασφαλείας επιταχύνεται, κάνοντας μια παράκαμψη στο δρόμο του για να περάσει μέσα από τις κακομονωμένες γωνιές των παράθυρων που γεμίζουν τον χώρο. Κάθε γονιά μια σφυρίχτρα, συνθέτοντας μια αλλόκοσμη μελωδία. Ο αέρας είναι κρύος και αναριγιάζω. Τρώω ένα ακόμη κεφτέ, και κατεβάζω τα πόδια μου από το γραφείο. Προχωρώ σε μια επιθεώρηση των παράθυρων, δίνοντάς τους μερικά χτυπήματα και βρύσες εδώ και εκεί. Οι ενέργειές μου δεν έχουν καμία ευδιάκριτη επίδραση, ούτε στο κρύο, ούτε στο απόκοσμο σφύριγμα. Ανοίγω για λίγο το ραδιόφωνο, αλλά πιάνει τίποτα, με τόσο αέρα εκεί έξω.

Κοιτάζω το κινητό μου τηλέφωνο για να δω την ώρα, αλλά η μπαταρία του είναι νεκρή. Δε βαριέσαι, μπορώ πάντα να δω τι ώρα είναι στις οθόνες ασφαλείας. 3:11 το πρωί.

Μιας και είμαι σε αυτή τη πλυερά του δοματίου, πειράζω τον πίνακα ελέγχου προσπαθόντας να εντοπίσω τον αδελφό μου, και χώνω άλλα δύο από τα κεφτεδάκια στο στόμα μου. Τέτοια ώρα θα πρέπει να είναι στην αποθήκη 7, οπότε ζαπάρω μέχρι να έρθει στην οθόνη μου. Δεν είναι ακόμα εκεί ο Steve. Η εικόνα είναι κουσημένη και ατελής από αυτόν τον αέρα, και σε κάποιο σημείο ένα διαφημιστικό φυλλάδιο πετά μπροστά από την κάμερα, και για λίγο μια κοπελιά με μπικίνι που διαφηφίζει κρέμα ηλίου, κόβει εντελός την θέα. Πατάω κάποια κουμπιά για να πάρω εικόνα από τις κάμερες κοντά στην αποθήκη αριθμό 8. Εκεί, έχοντας φτάσει εκεί τραγικά γρήγορα, ο, συνήθως αργόσχολος, Steve περπατάει έναντι της θύελλας, με χαρτιά και διαφημιστικά φύλλα να περνάνε γύρω του και μερικά να κολάνε πάνω του.

Το να τον χαζελυω με διασκεδάζει για λίγο, αλλά γρήγορα το βαριέμαι. Ξαναρχίζω την αναζήτηση του ιδανικού καναπέ και αυτό μου συγγρατεί το ενδιαφέρον μου για δύο ολόκληρα λεπτά.

Ολόκληρο το κτίριο τρίζει από την ένταση με την οποία η θύελλα το πολιορκεί. Κοιτάζω απ'έξω και το νερό στις αποβάθρες έχει φουσκώσει.

Κεφτεδάκια. Ας εστιαστώ σε κάτι απτό. Και βρόσημο.

Τα τρώω, μασόντας τα ένα ένα, όταν ο ήχος από μια συντριβή ενός τεράστειου αντικειμένου διακόπτει την δραστηριότητα μου απότομα. Το όλο θέμα, με τον αέρα έχει αρχίσει να με αγριεύει λιγάκι. Σκάω νευρικά στα γέλια με ανοησία μου, και τρώω τον τελευταίο κεφτέ.

Ανάθεμα τον. Θα το μετανιώσω, αλλά αρπάζω το walkie-talkie. Ανήγω ξανά την ένταση. Εισπνέω, εκπνέω, και δοκιμάζω την τύχη μου:


krrrhr. "Angelo!" Ο άνεμος παραμορφώνει τη φωνή του.

"Τα χαρτιά, Angelo!" Υπάρχει κάτι το επίγον στη φωνή του, κάτι τρομαγμένο, αλλά διακοπτεται.

"Τα χαρτιά, εγώ -" ο άνεμος τον κόβει και πάλι. Δεν μπορώ να καταλάβω τι λέει.

"... με έχουν κατακόψει, πρέπει να με βοηθήσεις ANGELO, βοήθεια!"

Αυτό, όμως, το ακούω.

Πιστεύω, ελπίζω, ότι είναι μια φάρσα.

"Τι είναι κλαψιάρη;", τον ρωτάω, ενώ παράλληλα προσπαθώ να τον εντοπίσω και πάλι στις κάμερες. Δεν είναι πλέον στην αποθήκη 8.

χρκκχσχχχρ "ANGELOOOO!" έπειτα ένας γδούπος, και έπειτα τίποτα. Τον εντοπίζω, αυτός είναι, οχ όχι, αυτός είναι, κοντά στην αποθήκη 10, προσπαθεί να φτάσει την πόρτα της.

Υπάρχουν εκατοντάδες χαρτιά που πετούν γύρω του. Είναι κυριολεκτικά περιβεβλημένος. Στην οθόνη διαφαίνεται μια τρεμάμενη εικόνα ενός ανεμοστρόβιλου από φυλλάδια και αποκόμματα εφημερίδων. Τα χέρια του είναι σηκωμένα για προστασία γύρω από το πρόσωπό του, και μπορώ να δω το ουόλκι τάλκι στο έδαφος κοντά στα πόδια του. Το παχύ μπουφάν του με τα διακριτικά της εταιρεία ασφαλείας ελιναι ξεσκισμένο και η βαμβακερή γέμιση του πέφτει απ'έξω. Όλα τα χαρτιά κατά διαστήματα φαίνονται να ισιώνουν, σα σιδερομένα, εντελός αφήσικα.

Τον τρυγιρίζουν, και με εμποδίζουν να τον δω.

Για μια στιγμή, ενώ ο Steve πλησιάζει όλο πιο κοντά στην πόρτα της αποθήκης, το σμήνος, δε προλαβαίνω καν να εκθαμβώ που αποκαλώ τα χαρτιά σμήνος, για λίγο το σμληνος φεύγει από πάνω του, τα χαρτιά λυγίζουν, και η οπτική επαφή είναι πεντακάθαρη. Εκεί είναι που βλέπω ότι τα χέρια του αιμορραγούν. Σκατά.

"STEVE" φωνάζω στο φορητό ραδιοτηλέφωνο που σφήγγω όσο πιο σκληρά μπορώ στο αριστερό μου χέρι.

Για μια στιγμή είναι ξανά κρυμμένος, και όταν μπορώ να τον δω πάλι στην οθόνη, τα χέρια του είναι αιμόφρητα. Το πρόσωπό του είναι η αιμοφρητο. Μεγάλα γρίζα pixels, το γκρι χρώματος του αίματος του αναθεματισμένου αδελφού μου, στη γαμημένη ασπρόμαυρη οθόνη.

Καθώς τον κοιτάω, αποσβολομένος στο γραφείο ασφαλείας, με τους ήχους και το τρίξιμο και το απόκοσμο σφύριγμα του άνεμου, ένα χαρτί ισιώνεται και φαίνεται να χτυπάει τα χέρια του, και όταν έχω ξανά ορατότητα, ο Steve είναι στα γόνατά του, κρατόντας το αριστερό του καρπό, από όπου το αίμα φαίνεται να να αναβλύζει ανεξέλεγκτα.

"Steve", φωνάζω πάλι.

Τα χαρτιά πετάνε τριγύρω. Η κοπελιά με το μπικίνι περνάει μπροστά από την κάμερα για μια στιγμή ξανά, χαμογελόντας πάνω το χαρτί της, το οποίο είναι ισιαγμένο και βαμμένο με αίμα. Φεύγει και πάλι ίσα που προλαβαίνω να τον δω, το πρόσωπό του, και μου φαίνεται πως διακρίνω κάτι, όχι, όχι δε γίνεται, Θεέ μου και Παναγία μου όχι, είναι του μάτι του που κέρμετΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ ! Ουρλιάζω και φωνάζω και όπως ουρλιάζω το μάτι του κρέμεται από το πρόσωπό του πάνω στην οπτική ίνα, και ένα χαρτί, συρόμενο από τον άνεμο κόβει το οπτικό νεύρο.

"STEVE" ακούω την φωνή μου βραχνή, ενώ αυτός καταρέει, ένα μέτρο μακριά από την πόρτα της αποθήκης 10. Ο άνεμος συνεχίζει να δυναμωνει και να δυναμώνει κι άλλο, παρασέρνοντας σταγόνες αίματος από το σώμα του αδελφού μου. Τα στροβιλιζόμενα χαρτιά γύρω του ποτίζονται σε αυτό.

Στη συνέχεια, απότομα ο άνεμος τελειώνει. Κλαίω. Κλαίω και επαναλαμβάνω, αυτηστικά, το όνομά του. Στην οθόνη, ένας σωρός από αιματηρά κομμάτια χαρτιού σκεπάζουν το σώμα του. Για μια στιγμή, οι μόνοι ήχοι είναι αυτοί που κάνω, μυξοκλαίγοντος μέσα στο σκοτεινό, μικρό γραφείο ασφαλείας μου. Βλέπω τη μάζα του αδελφού μου ακίνητη κάτω από τα γκρίζα αιματοβαμμένα χαρτιά. Αυτό, αυτό ...

Σκατά, δεν υπάρχουν λόγια. Δεν είχα καν σκεφτεί να τηλ ... σκατά. Το τηλέφωνο. Πιάνω το νεκρό τηλέφωνο για να προσπαθήσω και να καλέσω βοήθεια. Έχω ξεχάσει ότι η μπαταρία του είναι νεκρή και καταλήγω να το πετάω με βία στον τοίχο.



Το χέρι μου να τρέμει, προσπαθώ με το σταθερό τηλέφωνο. Ο μόνος ήχος στο δομάτιο προέρχεται από τρέμουλο της αναπνοή μου. Έχω πάρει τον δέκτη και είμαι έτοιμος να καλέσω 000, όταν συνειδητοποιώ ο μόνος ήχος ακούγεται συνεχίζει ακόμα να προέρχεται από την τρεμουλιαστή αναπνοή μου. Το σταθερό είναι νεκρό είναι νεκρός.

Κοιτάζω την οθόνη και πάλι. Δεν κινείται. Τα χαρτιά τον καλύπτουν, από την κεφαλή εώς τα νύχια, μια εικόνα στην οθόνη που μιάζει παγωμένη στο χρόνο, με μόνη ένδειξη ότι αυτός περνάει τα δευτερόλεπτα που αυξάνονται στον μετρητή κάτω δεξιά. Βάζω το μπουφάν μου. Θα πάω έξω. Θα πάω. Είμαι χεσμένος πάνω μου από τον φόβο, αλλά θα πάω. Με το μπουφάν φορεμένο, πάω να πάρω τα κλειδιά που είναι δίπλα σην οθόνη. Καθώς ψαχουλεύω για να τα πιάσω ρίχνω μια ματιά. Με κυριεύει ένα περίεργο συναίσθημα.

Πανικός τρόμος και απελπισία μαζί. Αυτό είναι ό, τι αισθάνομαι όταν κοιταώ την οθόνη πάλι, πριν από την αναχώρηση μου.

Καθώς αποτραβάω τα μάτια μου από την οθόνη ο άνεμος παίρνει και πάλι. Τα έγγραφα αφήνουν το έδαφος, και δεν υπάρχει σώμα εκεί που ηπήρχε ο σορός στην οθόνη.

Κάνω εμετό τα κεφτεδάκια. Και κλαίω. Και κλαίω λίγο ακόμα. Έχω κατρακυλήσει στο πάτωμα, αγκαλιάζοντας τον εαυτό μου.

Το σφύριγμα και το τρίξιμο έχει επανέλθει. Και είμαι εδώ, στο γραφείο ασφαλείας.

Υπάρχουν εκατοντάδες χαρτιά που πολιορκούν το γραφείο, που στροβιλίζονται στον αέρα. Ένα από αυτά, αιματηρό, κολλάει στο παράθυρο, για μια στιγμή. Μία από τις γωνίες του ξεκολάει από μια αλλαγή φοράς στον άνεμο, ψεκάζοντας σταγονίδια αίματος στο παράθυρο, και ξεκολάει τελειώς, επανερχόμενο στο σμήνος των υπόλοιπων χαρτιών, και συνεχίζει μαζί τους να γυρνάνε, σφυρίζοντας την απόκοσμη μουσική τους. Η ώρα είναι 3:29 τα ξημερώματα.

Friday, September 21, 2012

Καζίνο Surnatural

Κάθομαι οκλαδόν στη γωνία, απολαμβάνοντας το σκοτάδι του δωματίου, ακούγοντας την ανάσα της. Έχει τον τακτικό, αργό ρυθμό των ναρκωμένων. Μετά από ώρα, η αναπνοή της αλλάζει. Στο σκοτάδι μπορεί κανείς να καταλάβει πολλά με την ακοή, πολλά που θα του ξεφεύγανε αλλιώς.

Την ακούω να αναδύεται σταδιακά από τον ύπνο. Άμα την αφήσω να ξυπνήσει για τα καλά, σε λίγο θα αρχίσει να μιλάει. Ανάβω τα φώτα και γλιστρώ τη σιδερογροθιά στα δάχτυλά μου. Ήλπιζα ότι θα παραμείνει υπό την επιρροή της νάρκωσης για το σύνολο των 3 ωρών που χρειάζεται το φάρμακο για να κάνει την δουλειά του. Οι τεχνικοί υπόσχονται ότι σε λίγο καιρό θα τους ΄΄διορθώνουμε΄΄ σε μισή ώρα. Προς το παρόν ο συνολικός χώρος δράσης του φάρμακου παραμένει 3 πλήρεις ώρες. 

Στη συγκεκριμένη περίπτωση θέλει άλλα 10 λεπτά. Δε βαριέσαι; Δεδομένου ότι ξυπνάει, μπορώ κάλλιστα να αρχίσω το τελικό στάδιο.

Friday, August 31, 2012

A FIASCO scenario: The Inheritance goes to...

I present hereby my first attempt to create a FIASCO setup.
To discover more about fiasco in a very enjoyable way... here is a video.

So, without further ado, here is The inheritance goes to...

Wednesday, August 08, 2012

Small things and big ones.

When I get a house with a garden, (yes, when, not if, although the latter might be more appropriate) I will buy a plastic mannequin hand or two, and prop them up from the ground, between the peas, the tomatoes and the carrots, prop them there, along with a fake tombstone I shall chisel myself to resemble a runic grave. That way i will always have a fake zombie apocalypse happening in by backyard.

In the same house ideally I will have a solar and a wind generator, water collectors that send the water in the cistern beneath the house, a filtering system, a small closed gazebo in the backyard where to write, and in a corner by a wall I shall put a forge. I shall want to make my own ropes and cultivate, and light the dark days in the attic by using water bottles.

I shall travel by ship for more than a week, I shall stay in the streets like a homeless man for the same duration.

I shall go to a place where I do not know the language and the language does not know me.

And all those things are dreams both big and small. Experiences to live and be. Meet people. See places. Be amazed. Discover things. Be perpetually curious, unfulfilled. Make your own strange bookshelves. Mix and match what is important and not into your own combination. Write about it. Write about other things too.

Then, read Ascese: Salvatores Dei from Kazantzakis again. And be satisfied you have accomplished your due, even though you do not share the same beliefs.

(I think I want to be Neil Gaiman)

Friday, July 13, 2012


Ζέστη, αφόρητη ζέστη. Η Αθήνα τα καλοκαιριάτικα μεσημέρια μοιάζει με φουρνάζι. Από τη στέγη της πολυκατοικίας, στο κέντρο, μπορείς να διακρίνεις ανάμεσα στις κεραίες και στους εκτυφλωτικούς ηλιακούς τα ανοδικά κύματα του αέρα που παραμορφώνουν την θέα. Η Ελπίδα έχει αφήσει την πόρτα της ταράτσας ανοιχτή, αυτήν την ζεματιστή πόρτα που μετά βίας κατάφερε να ξεκλειδώσει, τόσο που είχε λασκάρει στην κάσα της, τόσο που είχε φουσκώσει από τη θερμοκρασία η κλειδαριά.

Δεν άντεχε άλλο αυτή τη ζέστη.

Θυμάται για λίγο την καθηγήτρια Φυσικής της, την κυρία Ορφανή. "Γι' αυτό είχε τόση κακία αυτή η γυναίκα; επειδή δεν είχε γονείς;" αναδύονται από τη μνήμη της τα δήθεν πνευματώδη σχόλια των συμμαθητών της. Τι τράβηξε κι αυτή η γυναίκα, που το μόνο που ήθελε ήταν να τους μάθει τα ελατά και όλκιμα, την διαστολή και την συστολή.

Διαστολή, όπως η πόρτα και η κλειδαριά με τη θερμοκρασία.
Συστολή, όπως η οικονομία, το μέλλον της, τα δικαιώματα, τα όνειρα και οι ελευθερίες της.

Ακουμπάει την λεκάνη με την μπουγάδα πάνω σε μια καμινάδα και μαζεύει την σακούλα με τα μανταλάκια. Ο ιδρώτας της έχει κολλήσει τα μαλλιά στο σβέρκο, στο πρόσωπο. Οι σταγόνες κυλάνε για λίγο πάνω της και εξατμίζονται, αφήνοντας το αλάτι τους στο δέρμα.

Δεν άντεχε άλλο. Δεν άντεχε τους γονείς της. Από την επιστροφή στην γονική εστία κόντευε να πάθει αποπληξία. Να έχεις σπουδάσει, δουλέψει, και ξαφνικά εκεί που πετάς, σαν τον Ίκαρο με τα δικά σου φτερά, ο ήλιος έρχεται πιο κοντά και σου τα λιώνει, και τρως την κατρακύλα.

Σηκώνει με δυο δάχτυλα, ακουμπώντας το όσο λιγότερο γίνεται, το σώβρακο του πατέρα της, με το φαγωμένο λάστιχο και το ξεφτισμένο γκρι, πρώην μαύρο του χρώμα. Το αφήνει πάνω στο μεταλλικό σύρμα (ελατό το μέταλλο, μπορεί να τεντωθεί για να γίνει σύρμα, εμφανίζεται πάλι η κυρία Ορφανή με τα βαμμένα πλατίνα μαλλιά της) και το μανταλώνει.

Η θερμοκρασία είναι απαίσια, και δεν έχει λόγο μέσα στο λιοπύρι να απλώνει την μπουγάδα. Αλλά δεν άντεχε άλλο. Δεν άντεχε. Τα ροχαλητά του πατέρα της, τις υστερίες της μάνα της. Έβαλε πλυντήριο για να τους εμποδίσει να κοιμηθούν, αλλά το γαμίδι το μηχάνημα, που κρατάει περισσότερο από κομπρεσέρ παρά από πλυντήριο, απεβίωσε. Βρέθηκε να πλένει τα ρούχα όπως η γιαγιά της στα νιάτα της. Στο χέρι. Μπουγάδα.

Γέμισε τη λεκάνη με νερό και έτριβε. Το κρύο νερό θα κάνει καλό σκέφτηκε και, αν και η ζέστη ζαβλάκωνε όλο τον κόσμο, αυτή τουλάχιστον θα είχε δροσιά. Μα έτριβε με μίσος και οργή κάθε ρούχο, και ίδρωνε, και ζεσταινόταν, αλλά κάπως έπρεπε να φύγει από μέσα της η οργή.

Το σώβρακο του πατέρα ήταν το χειρότερο από όσα έπλυνε, και το πέρασε στο νερό τελευταίο και στα γρήγορα, κι ας το είχε βρει νωρίτερα. Τώρα στέκεται ακίνητο κάτω από τον ήλιο, στο σύρμα, στην ταράτσα, στην Αθήνα.

Σηκώνει το σεντόνι της και το τεντώνει και αυτό. Λίγος ιδρώτας πέφτει στο μάτι της, τυφλώνοντας την. Το φελέκι της μέσα. Διψάει, αλλά δε θα κατεβεί δυο ορόφους για ένα ποτήρι νερό. Δε θέλει να μπει στο σπίτι ούτως ή άλλως.

Η Ελπίδα παρατάει την μπουγάδα για λίγο και πάει μέχρι την άκρη της στέγης. Ο τοίχος κάθετος, διάσπαρτος με κουτιά των κλιματιστικών. Το δικό τους κλιματιστικό, που αγοράσανε προ δεκαετίας όταν γίνανε φτηνά, όταν όλοι είχαν ήδη αγοράσει και έπρεπε κάπως να ξοδευτεί η παραγωγή, το έχουν οι δική της στη κρεβατοκάμαρά τους. Εκπτώσεις και προσφορές για δύο στην τιμή του ενός υπήρχαν τότε, όταν αξιώθηκαν να το αγοράσουν, αλλά όπως είχε πει ο πατέρας της, να μη καλοβολευτούν τα παιδιά, να φύγουν καμιά ώρα από το σπίτι. Τουλάχιστον με την αφραγκία, δε το λειτουργούνε, αφού δε παίζουν λεφτά για ΔΕΗ... ας λιώσουν λίγο και αυτοί από την ζέστη. Από την ζέστη...

Από την ζέστη η Ελπίδα ζαλίζεται και πλησιάζει κι άλλο το χείλος της ταράτσας. Πόσο εύκολο να πέσει. Αλλά δεν πέφτει. Επιστρέφει στην μπουγάδα. Απλώνει και απλώνει και απλώνει. Ο ήλιος μια φλόγα. Ο ιδρώτας ποτάμι. Για λίγο δυο δάκρυα σμίγουν με τον ιδρώτα μα σύντομα, δε μπορείς να ξεχωρίσεις το αλάτι τους πάνω τη φανέλα της από αυτό που άφησε εκεί ο ιδρώτας.

Tuesday, July 03, 2012

The entropic limitation.

We are preparing the last days of everything, and this requires to sort out the things we still need the next days, to strip the Interspatial Station's equipment to the bare minimum. I scan quickly the Introductory Notes of the book of the founder of the Human Purpose movement, Ilai Zedin, "On Entropy and the Human Purpose":


Any method involving the notion of entropy, the very existence of which depends on the second law of thermodynamics, will doubtless seem to many far-fetched, and may repel beginners as obscure and difficult of comprehension.  
Willard Gibbs, Graphical Methods in the Thermodynamics of Fluids
     The words of Willard Gibbs, arrogant as they seem today, were quite sound at the time. However, they are no longer true, reader. If you are reading this, it means you are about to undergo a journey, a fundamental shift in your existence. These words are said under the assumption that you are ready, that you have faithfully followed your scientific catechism until now. You stayed course during school, or even after, and learned about thermodynamics, about entropy, about quantum dynamics, about string theory, about M theory, that you understood Peter Higgs' theories, and then, you found the discrepancies between our observations of nature and the current answers given by all this science to the primordial questions of life. All these theories made you realize the "imminent" heat death of the universe, which clashed with your internal willingness for purpose in life, and your self-preservation instincts.

     These statements, might, again, be interpreted as a sign of arrogance on my part, since they imply that you will be, through my words, communicated a theory that solves said discrepancies and offers you an irrefutable worldview that includes a clear sense of purpose in life. Your scientific mind is trained to bolt at the mention of new interpretations of the world that consider themselves immune to Gödel's incompleteness theorems. You believe that we cannot present a bulletproof theory. I, even though only able to imagine this supposed reaction of yours while writing this text, quite appreciate it.

     However, in science, where we need to question everything, we must at some point be adamant about our perception of the cosmos, given the observations available, in order to build our further understanding of the cosmos upon these. We will, therefore, proceed with the observations and theories you have already trained, in order to reach a theory that adequately explains our purpose in the world.

     I will assume, before going forwards, that you are familiar with the theories and partake in the beliefs written before. You also have the option to familiarize yourself with them in the Annex part of this book.

     If you are not familiar with these notions, my words are but writings on the sand, to be blown away by the wind. Only through active, living resistance, through an active mind and will, shall these words overcome our rival, Entropy, and for that I hope that this text, this plea to your intellect, this hurt at your pride, will succeed in making you read and re-transcribe and transmit my words, these words on the sand. In the following chapters of my work I shall expand on the following points:


The Entropy of an isolated system is a number that is proportionate to number of internal permutations of the M/E parts that constitute the system, without affecting its fundamental physical characteristics.

An isolated system is one in which there is no input or output of M/E with from or towards external systems. The only one that actually exists is our Universe, yet many systems can behave, for a finite amount of time, as such.

The second law of thermodynamics states that the entropy of an isolated system always increases or remains constant. This leads to the conclusion that in an isolated system,  will tend to adjust to a single uniform temperature and thus produce equilibrium.

2/Space expansion

The metric expansion of space is the increase of distance with time between distant parts of the universe, that is due not to motion but rather is an intrinsic part of the nature of the Universe. This expansion means that the total volume of the universe is increasing.

3/Mass–energy equivalence and conservation thereof

Both the Mass-Energy equivalence and M/E conservation theories have already been quite vulgarized during the years following their introduction to the world. This is famously presented by the elegant formulation of E=mc² that Einstein graced humanity with. Mass can be translated into energy and vice-verse, yet there can be no generation of either out of thin air. This means that there is a limited amount of M/E in the universe that has remained constant since the Big Bang.

4/Combination and Implications

The total M/E of the universe being finite, and the total volume being in permanent expansion, we can conclude that the universe will in the end contain nothingness, each iota of energy frozen, motionless in a dead universe, due to the increase of entropy, trying to distribute all the available M/E evenly in the infinite cosmos. Even ultra dense matter, in black holes and white dwarfs will progressively decay into nothingness.

From our observations, life is the only somehow ordered machine part of the universe that actually has conscience of the rules of the universe. The total energy of the solar system (which is in no way isolated, but bare with me) is prone to dissipation and entropy. Even so, a percentage of whatever energy reaches living organisms is metabolised to create sustainable patterns, which will not completely immune to entropy, are, as stated, able to perceive it.

Humans, as a species, have a tendency to seek meaning as a result of an evolutionary-derived causality-driven thought-pattern. When facing the Universe we tend to wonder about our part in it, trying to come up with a world theory that makes sense of our existence. In the wake of the knowledge of the dissipation of energy in an ever expanding Universe, we could easily become depressed at the thought of a complete stagnant equilibrium.

In the last section of this book, I will describe my thesis about the purpose of the human species. It can be resumed to: "Preventing the expansion of the Universe, stop the increase of entropy, limit the dispersal of mass/energy in the cosmos to a restricted area, in order to assure the future convergence of all mass and energy, leading to a future Big Bang".

The philosophical implications of the thesis, as well as the scientific basis that sustain it, are detailed in...

I stop reading and throw the digital book reader in the scrapping can. 

In the end, even reading the book that so-called justified everything we did; the wars, the famine, the injustice, the empire, the draining of the Sun and then the other stars, all of it, the aeons of life spent hunting and gathering all energy, limiting it, then hastening its convergence, the culling of our numbers until us 7 remain, preparing the death of our universe, preparing the birth of the next one; even reading the book of all books, that supposedly justified everything that was done, does not calm me.

So what if we will still get to live the same day again and again, countless times as Nietzsche unwittingly predicted through his metaphor? The Big Bang will resume, and the universe will have one more cycle, a revival worthy of the Ragnarok of the Norse mythologies of Earth.

Mere days of human time to go until we have reassembled all energy and mass into a single dot, THE single dot, outside the Interdimensional Station, and then stop our protection and get ourselves and the Station itself absorbed in the dot too.

With the all-encompassing emptiness surrounding us, while preparing ourselves to be absorbed into the point to create the next Big Bang, I quietly wonder if it would not have been better instead of going out with a bang, to go out in silence and elegant, frozen dignity.


Recently, colleagues read my blog, and I was confronted, for the first time, with criticism about my online material from people that are neither total strangers, nor my bosom friends. I was a bit shocked. For days I started thinking about deleting past posts, of censuring what I want to say. For the first time I got a glimpse at the fear of sharing the innermost part of yourself on the internet, to strangers. Well. Let me re-iterate what xkcd so brilliantly said:


See you soon.

Monday, June 25, 2012

Δεν ξέρω γιατί κλαίω ακόμα.

Δεν ξέρω γιατί οι στιγμές που περνάνε μου αφήνουν σημάδια.
Ο γιατρός το παρομοίασε με ουλή, με μπαλάφρα.
Πάντοτε με συναρπάζανε τα άτομα με ουλές.
Δεν ξέρω ποια δυσλειτουργική ρομαντική ρουτίνα με έλκει προς τις ουλές και με γοητεύει με την απόδειξη μιας περασμένης οδύνης.
Άλλοι φοράνε τις ουλές τους σαν κόσμημα, και τις δείχνουν και είναι περήφανοι για αυτές.
Μιλάνε για αυτές με καμάρι και τις αποδέχονται.
Τις αντιμετωπίζουν με φόβο, με μίσος. Την κρύβουν κάτω από τα ρούχα τους.
Φοβούνται τη μνήμη του πόνου. Απορρίπτουν την ουλή και τον νέο εαυτό τους.

Δεν γνωρίζω τι με έλκει στις ουλές και δεν ξέρω πως να συμπεριφερθώ στην δική μου.
Αρχίζει από το Πανεπιστήμιο, στην Ελλάδα, περνώντας από αναμνήσεις και μέρη, από ταινίες και στιγμές και καταλήγει κάπου, κάπου κοντά εδώ, στο Παρίσι, κάπου κοντά στο μέρος της καρδιάς.

Η ένταση με την οποία ζει κανείς τα τεκτενόμενα καθορίζει πολλά.

Στο λύκειο μας διδάξανε το ποίημα του Τάκη Σινόπουλου.

Ο καιόμενος

Κοιτάχτε μπήκε στη φωτιά! είπε ένας από το πλήθος.
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν
στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, όταν του
μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.

Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένος να παραξενεύομαι.

Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;

Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν.

Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.

Γινόταν ήλιος.

Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.

Ο ποιητής μοιράζεται στα δυο.

Στο μάθημα λοιπόν, θέλησα να πιστέψω ότι είμαι ποιητής. Ότι είμαι παρατηρητής. Ότι αποτελεί κάτι απαραίτητο και ωραίο και ευθαύμαστο, το να είσαι ποιητής. Θέλησα να πιστέψω ότι είμαι ευαισθητοποιημένος, αλλά ευαίσθητος, με δύναμη μόνο να καταγράφω τον ενθουσιασμό και την πίστη των άλλων. Να θαυμάζω την αγανάκτηση, αλλά να ζω χωρίς να την συμμερίζομαι, από μακριά, με φόβο στα σπλάχνα.

Πληρώνω ακόμα, ψυχολογικά, μέσα μου, την ψευδαίσθηση αυτή, που, αν και τουλάχιστον δεν τη δημιούργησα, δεν την διέψευσα. Μια ψευδαίσθηση του ποιος είμαι πίσω από το δέρμα μου, μέσα στη σάρκα μου. Μια ψευδαίσθηση που αλλάζει για να καλύψω τις ανάγκες μου, και να συνεχίσω να τις καλύπτω.

Αλλά αυτό δε κάνουμε όλοι; Στον έρωτα και στις φιλίες, όπως και στις εμπορικές συμφωνίες. Καλύπτουμε το προϊόν με τις λέξεις που επιθυμεί να ακούσει ο αγοραστής. Όταν γυρίσει σπίτι, και ανοίξει κάποια στιγμή το πακέτο, και δει πίσω από την επιδερμίδα τι μένει, τι μένει αλήθεια;

Και όταν κάποιος καίγεται, αυτοπυρπολείται, αλήθεια, χωρίζουμε στα δύο σαν ποιητές ή μήπως χειροκροτάμε;
Και, εμείς, κατά πόσο δε βρισκόμαστε μέσα σε μια φωτιά, χωρίς αυτό να αποτελεί την επιλογή μας;

Τι ωραία που ζητάμε βοήθεια όμως από μέσα απ' τη φωτιά.
Φωνάζουμε για μια σωτηρία, χωρίς να κυλιστούμε στο έδαφος για να σβήσουμε τις φλόγες.
Μήπως και μας σώσει κάποιος άλλος.
Γιατί άμα μας σώσει, το να έχουμε κυλιστεί και σκονίσει τα ρούχα μας θα μας έχει λερώσει, θα μας έχει μολύνει.
Ούτε που σκεφτόμαστε την τέφρα που προκαλεί πάνω μας και στους τριγύρο η φωτιά που μας καίει. Έχουμε υπερηφάνεια. Λοιπόν, εγώ δεν έχω. Λυπάμαι.

Ίσως ψεύδομαι, και αυτές οι λέξεις είναι απόδειξη του παράδοξου... Περηφανεύομαι της έλλειψης υπερηφάνειάς μου...

Πόσοι από εμάς θέλουμε πραγματικά να ήμαστε αυτοί που ήμαστε;
Πιο μέρος μας είναι δικό μας και πιο κατασκεύασμα προς αποφυγήν της απόρριψης;
Και ακόμα χειρότερο, γιατί έπειτα κουβαλάμε ακόμα το κατασκεύασμα, και το κάνουμε μέρος του εαυτού μας; Δεν θα ικανοποιήσει τους νέους αγοραστές της νέας αγοράς που μας περιβάλει.
Και συνεχίζω και γράφω ξημερώματα, χωρίς τέλος ή, ταυτολογώντας, σκοπό.
Τα άτομα, 3, που σκέφτομαι ενώ γράφω αυτά τα λόγια δε θα διαβάσουν το κείμενο αυτό.
Άλλα έχουν σταματήσει να με διαβάζουν, άλλα δε ξέρουν ότι γράφω, άλλα δε ξέρουν ελληνικά. Ανούσιος πληθυντικός...

Έξω από το παράθυρό μου μια πόλη κοιμάται. Και η πόλη μου είναι αδιάφορη.
Ένα μηχανάκι προχωράει στον δρόμο με σπασμένη εξάτμιση, και ζωντανεύει για λίγο την απέραντη σιγή.

Δεν έχω άγκυρα πλέον, δεν έχω ρίζες, και κάθε τρεις και λίγο κλαίγομαι γι΄αυτό.
Με φοβίζουν οι επιθυμίες μου, γιατί με φοβίζει η πλεονεκτική φύση του ανθρώπου.
Θέλεις σχέση, την αποκτάς και μετά ζητάς κι άλλο, όλο και καλύτερες στιγμές.
Και όταν οι άνθρωποι στερέψουν, και όταν οι σειρές είναι όλο και πιο προβλέψιμες και η γνώση γίνει βαρετή, τότε τι;

Είναι αργά, και έξω από το παράθυρό μου μια πόλη κοιμάται.
Έβρεξε και το έδαφος μυρίζει βροχή.
Ένα κουνούπι απειλεί, με την παρουσία του, τις επόμενες ώρες μου.
Και μια ουλή, μέσα μου, με τρώει και δε ξέρω τι να κάνω με δαύτην.

Sunday, June 10, 2012

Elle aime Paris.

Was she grown up on fairy tales, of little princes and cats that were aristocratic?
Was it the prose of Alexandre Dumas that made her love Aramis?
Did something go really right, or did something go quite amiss?
Why did her love for France grow and grow and grow, refusing to stay static?

The city of love and lights and fashion,
Of food and art, culture and romanticism,
Where all is seen through beauty's prism
She longed for it all with passion.

And as she still grew up that love remained unbound,
To her, her country seemed a flaw, a mockery of nature,
To escape, she lost herself, and graduated, in French literature,
And for her pain and her success, she found herself Paris-bound.

And her nose did not smell the piss and crass of the metro,
Her eyes denied the poverty and the vice and violence,
Her mind blocked off all the racism and the decadence,
And anything old or malfunctioning she internalized as retro.

She wandered and wondered in the Louvre, Versailles and la Sorbonne,
She revelled in art in Quais d'Orsay, went to the Moulin Rouge to see Can-Can,
Admired the paintings of Manet and Monet, Picasso, Dali and Petitjean,
And let herself be flirted in the bistros near Charonne.

And the months went by and and finally, her love blossoming like a flower,
The city having convinced her this was no passing fling,
She grew, like her love, big and all-encompassing,
Having decreed to love Paris corporeally, inside her she put the Eiffel Tower.